Παράλληλη αναζήτηση
5 εγγραφές [1 - 5] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Κριαρά]
- αγράμματος, επίθ.
-
- Που δεν έχει γραμματικές γνώσεις:
- (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 51v).
[αρχ. επίθ. αγράμματος. Η λ. και σήμ.]
- Που δεν έχει γραμματικές γνώσεις:
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- αγράμματος -η -ο [aγrámatos] Ε5 : 1.που δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει· αναλφάβητος: Είναι τελείως ~, δεν ξέρει να γράψει ούτε το όνομά του. 2. που δεν έχει επαρκή μόρφωση, αμόρφωτος, ημιμαθής: Kατηγόρησε τις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα ότι προσλαμβάνουν άπειρους και αγράμματους δημοσιογράφους. 3. που δεν έχει γνώση, που δεν κατέχει κτ.: Aποδείχτηκε τελείως ~ στην πρέφα. || (έκφρ.) την έπαθα* σαν ~. ΠAΡ Άνθρωπος ~ ξύλο απελέκητο*.
[αρχ. ἀγράμματος (στη σημ. 1)]
[Λεξικό Γεωργακά]
- αγράμματος, -η, -ο [aγrámatos]
- ① ignorant of reading and writing, unlettered, unschooled, unlearned, illiterate (syn αναλφάβητος, αγραμμάτιστος, ant γραμματισμένος):
- άφησε τα παιδιά του αγράμματα |
- αγράμματη γυναικούλα, χωριατοπούλα |
- τελείως (ολότελα) ~ |
- idiom phr την έπαθε σαν ~ he was a victim of fraud as if he were illiterate or stupid |
- gnom άνθρωπος ~ ξύλο απελέκητο an illiterate person is like an unhewn, unwrought piece of wood (as a warning to the young) |
- με κατηγοράγει... ότι... είμαι ~ (Makryg) |
- οι περισσότερές τους μάλιστα ήταν και ολωσδιόλου αγράμματες (Panagiotop) |
- υπόγραφε ή σημάδευε ένα σταυρό, αν ήτανε ~ (Prevelakis)
- ② insufficiently educated, ill-trained, uneducated (syn ψευτομορφωμένος, αμαθής, αμόρφωτος, ant εγγράμματος, γραμματισμένος):
- ~ υπάλληλος, ~ υποψήφιος, αγράμματοι ιερείς |
- θεωρούν αγραμμάτους και βαρβάρους τους νέους, γιατί ακριβώς κάνουν ορθογραφικά λάθη (Geros) |
- είναι κρίμα να τον αφίνη έτσι αγράμματο, αφού είναι τόσο έξυπνος (Loukatos)
- ⓐ unskilled, inexperienced (syn ατζαμής)
- ③ not corrupted by purism, simple, genuine:
- poem μέσα στη θεία τους γλώσσα την αγράμματη | με πρόσωπο πεντάμορφης είναι γραμμέν' η ιδέα (Palam) |
- στον πόλεμο, στων όλων τον πατέρα, | στη ρίζα, στην αγράμματη σοφία, | στην κλεφτουριά, στου Tούρκου τη φοβέρα (id.)
[fr ἀγράμματος of K, PatrG, MG, cpd w. γράμμα]
- ① ignorant of reading and writing, unlettered, unschooled, unlearned, illiterate (syn αναλφάβητος, αγραμμάτιστος, ant γραμματισμένος):
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- αγραμματοσύνη η [aγramatosíni] Ο30 : η ιδιότητα του αγράμματου, η αμάθεια, η ημιμάθεια: Xωρίς συστηματική γλωσσική διδασκαλία οδηγούμαστε στην ~. Δεν ντρέπεται καθόλου για την ~ του.
[λόγ. αγράμμα τ(ος) -οσύνη]
[Λεξικό Γεωργακά]
- αγραμματοσύνη [aγramatosíni] η, (sp. also αγραμματωσύνη)
- :
- η ~ είναι μάνα όλων των κακών |
- το πνεύμα... (του Mακρυγιάννη), όλο ~ και ηθική υγεία, πνέει ελεύθερα από την εσωτερικότητα του ανθρώπου (Theodorakop)
- ① lack of, or faulty, education, ill-training, ignorance (syn αμάθεια, ημιμάθεια, αμορφωσιά):
- πολλούς πτυχιούχους τους δέρνει ~ |
- ~ δέρνει τη νέα γενεά |
- (η Eλλάδα) είχε καταδικάσει... το λαό της στην ~ εξ αιτίας του στείρου σχολαστικισμού (Theotokas) |
- πρακτικό πνεύμα κι ~ άλλωστε δεν είναι έννοιες αναγκαστικά αλληλένδετες (Terzakis) |
- η ~ των αποφοίτων του ελληνικού σχολείου... είναι ένας από τους λόγους που προκάλεσαν τη στροφή προς τη δημοτική γλώσσα (Dimaras) |
- η ιθύνουσα τάξη επεξεργάστηκε την ίδια της την ~ (Christidis) |
- χωρίς συστηματική γλωσσική διδασκαλία καλλιεργούμε την ~, την ημιμάθεια, την πνευματική αναπηρία (APapageorgiou)
- ⓐ unskilfulness, inexperience (syn ατζαμοσύνη)
[der of αγράμματος]