[159b] [16] «Βεβαιότατα», είπε ο Σόλωνας, «μήπως και φανούμε πιο άκριτοι από τους Αιγυπτίους, οι οποίοι, ανατέμνοντας τον νεκρό, τον εκθέτουν πρώτα στον ήλιο, ύστερα πετούν στο ποτάμι αυτά τα μέρη του σώματος, και περιποιούνται το υπόλοιπο σώμα, πιστεύοντας πως αυτό έχει γίνει πια καθαρό. Γιατί πραγματικά αυτό είναι το μίασμα της σάρκας μας και ο τάρταρος του σώματός μας, που, σαν τον Τάρταρο του Άδη, είναι γεμάτος από τρομερά ρεύματα, από αέρα ανακατεμένο με φωτιά, και από πτώματα. Γιατί ζωντανός ο άνθρωπος δεν τρέφεται από τίποτε ζωντανό, αλλά θανατώνοντας τα έμψυχα και καταστρέφοντας τα φυτά, που και αυτά έχουν ζωή (αφού τρέφονται και μεγαλώνουν), διαπράττουμε αδικία. [159c] Γιατί καθετί που αλλάζει από αυτό που ήταν εκ φύσεως σε κάτι άλλο, καταστρέφεται και παθαίνει κάθε είδους φθορά, ώστε να γίνει τροφή κάποιου άλλου. Η αποχή από την κρεοφαγία (κάτι που το λένε για τον παλαιό Ορφέα) είναι μια σοφιστεία μάλλον παρά ένας τρόπος αποφυγής των σχετικών με την τροφή αδικημάτων. Γιατί η μόνη αποφυγή και ο τέλειος καθαρμός —ενσχέσει με τη δικαιοσύνη— είναι το να είναι κανείς αυτάρκης και να μην έχει ανάγκη από τίποτε. Σε όποιον όμως ο θεός έκανε αδύνατη τη διατήρηση στη ζωή δίχως την κάκωση κάποιου άλλου, σ᾽ αυτόν πρόσθεσε ως αρχή της αδικίας τη φύση που του χάρισε. Δεν θα ήταν λοιπόν σωστό, φίλε μου, να κόψουμε μαζί με την αδικία και να πετάξουμε κοιλιά, στομάχι και συκώτι, που δεν μας προσφέρουν ούτε την αίσθηση [159d] ούτε την επιθυμία για κάτι καλό και ωραίο, μόνο μοιάζουν με μαγειρικά σκεύη, όπως είναι τα κρεατομάχαιρα και οι χύτρες, ενώ άλλα θυμίζουν εργαλεία μυλωνάδων και φρεατωρύχων, καμίνια και ζυμωτήρια; Πραγματικά, μπορεί κανείς να δει ότι η ψυχή πολλών ανθρώπων μένει κρυμμένη μέσα στο σώμα σαν μέσα σε ένα μύλο και περιστρέφεται αδιάκοπα γύρω από την ανάγκη της τροφής, όπως ακριβώς κι εμείς πριν από λίγο ούτε βλέπαμε ούτε ακούγαμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας μας με σκυμμένο το κεφάλι ήταν υποδουλωμένος στην ανάγκη της τροφής. Τώρα όμως που σηκώθηκαν τα τραπέζια, είμαστε πια ελεύθεροι, όπως βλέπεις, και στεφανωμένοι περνούμε την ώρα μας συζητώντας, χαιρόμαστε ο ένας τη συντροφιά του άλλου [159e] έχοντας ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μας, επειδή φτάσαμε στο σημείο να μην έχουμε ανάγκη τροφής. Αν, επομένως, η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τώρα παραμείνει έτσι σε ολόκληρη τη ζωή μας, δεν θα έχουμε πάντοτε τον καιρό να κάνουμε συντροφιά ο ένας στον άλλον, δίχως τον φόβο της φτώχειας και δίχως να ξέρουμε τί είναι ο πλούτος; Γιατί η λαχτάρα των περιττών πραγμάτων ακολουθεί αμέσως από πίσω και συνδέεται με την ανάγκη και τη χρήση των απαραιτήτων.
|