[5.36.1] Ο Ιστιαίος λοιπόν έχοντας αυτά στο νου του έστελνε τον αγγελιοφόρο του, κι ήρθαν έτσι τα πράματα, ώστε όλ᾽ αυτά μαζί να βρουν τον Αρισταγόρα την ίδια ώρα. Έκανε λοιπόν σύσκεψη με τους πολιτικούς του φίλους και τους φανέρωσε και τη δική του απόφαση κι όσα του ήρθαν από τον Ιστιαίο. [5.36.2] Λοιπόν όλοι οι άλλοι διατύπωσαν την ίδια γνώμη, προτρέποντας σε επανάσταση, ο Εκαταίος ο λογογράφος όμως πρώτα πρώτα τους απέτρεπε ν᾽ αναλάβουν πόλεμο εναντίον του βασιλιά των Περσών, αραδιάζοντας όλα τα έθνη που εξουσίαζε ο Δαρείος και τη δύναμη που είχε, κι επειδή δεν τους έπειθε, τους έδωσε μια δεύτερη συμβουλή, να γίνουν κυρίαρχοι της θάλασσας. [5.36.3] Λοιπόν, ανέφερε στο λόγο του, δεν έβλεπε κανένα άλλο τρόπο να το επιτύχουν αυτό (γιατί ήξερε πόσο μικρή ήταν η στρατιωτική δύναμη της Μιλήτου), παρά μόνο αν έβαζαν στο χέρι τους το θησαυρό του ναού των Βραγχιδών, αφιερωμένον από τον Κροίσο το Λυδό· τότε μόνο θα υπήρχε ελπίδα να γίνουν κυρίαρχοι της θάλασσας, κι έτσι και οι ίδιοι θα είχαν χρήματα για τις δαπάνες και δεν θα τα άρπαζαν οι εχθροί. [5.36.4] Κι ο θησαυρός αυτός ήταν μεγάλος, όπως έχω αναφέρει στο πρώτο μέρος της ιστορίας μου. Πάντως όμως η γνώμη αυτή δεν επικρατούσε, αλλά αποφάσισαν να σηκώσουν επανάσταση, κι ένας τους να πάει με καράβι στην Μυούντα, στο εκστρατευτικό σώμα που γυρίζοντας από τη Νάξο στρατοπέδευε εκεί, και να προσπαθήσει να συλλάβει τους στρατηγούς που ήταν πάνω στα καράβια. [5.37.1] Γι᾽ αυτόν λοιπόν το σκοπό στάλθηκε ο Ιατραγόρας και συνέλαβε με δόλο τον Ολίατο, το γιο του Ιβανώλλη από τα Μύλασα, και τον Ιστιαίο, το γιο του Τύμνη από τα Τέρμερα, και τον Κώη, το γιο του Ερξάνδρου, αυτόν που του έδωσε δώρο τη Μυτιλήνη ο Δαρείος, και τον Αρισταγόρα, το γιο του Ηρακλείδη από την Κύμη, κι άλλους πολλούς· κι έτσι ο Αρισταγόρας κήρυξε φανερά επανάσταση κι έβαλε σ᾽ ενέργεια ό,τι περνούσε απ᾽ το χέρι του για να κάνει κακό στον Δαρείο. [5.37.2] Και πρώτα πρώτα παραιτήθηκε, έτσι για τα μάτια, από το αξίωμα του τυράννου κι έδωσε σ᾽ όλους τους Μιλησίους τα ίδια πολιτικά δικαιώματα, έτσι ώστε να επαναστατήσουν μαζί του οι Μιλήσιοι με τη θέλησή τους, κι ύστερα έκανε το ίδιο και στην υπόλοιπη Ιωνία: από τους τυράννους άλλους τους εκθρόνιζε, ενώ εκείνους που συνέλαβε απ᾽ τα καράβια που πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Νάξου, για να δείξει τις φιλικές του διαθέσεις στις πολιτείες τους, τους έστελνε να τους κρίνει ο λαός, παραδίνοντας τον καθένα τους σ᾽ άλλη πόλη, σ᾽ αυτήν από την οποία καταγόταν. [5.38.1] Λοιπόν οι Μυτιληναίοι τον Κώη, μόλις τον παρέλαβαν, αμέσως τον έβγαλαν έξω από την πόλη τους και τον σκότωσαν με λιθοβολισμό, οι Κυμαίοι όμως τον δικό τους τύραννο τον άφησαν ελεύθερο· επίσης κι άλλοι, οι περισσότεροι, τους άφηναν ελεύθερους. [5.38.2] Εκθρονίστηκαν λοιπόν οι τύραννοι απ᾽ όλες τις πόλεις κι ο Αρισταγόρας ο Μιλήσιος, αφού εκθρόνισε τους τυράννους, έδωσε εντολή η κάθε πόλη ν᾽ αναδείξει τους στρατηγούς της· ύστερα ο ίδιος κίνησε με τριήρη πρεσβευτής για τη Σπάρτη, επειδή του ήταν απαραίτητο να βρεθεί κάποιος δυνατός σύμμαχος. [5.39.1] Βασιλιάς της Σπάρτης δεν ήταν τώρα πια ο Αναξανδρίδας, ο γιος του Λέοντα, αφού είχε πεθάνει και δε ζούσε, και το βασιλικό αξίωμα το είχε ο Κλεομένης, ο γιος του Αναξανδρίδα, που το πήρε όχι με την αξία του, αλλά επειδή ήταν πρωτότοκος. Δηλαδή ο Αναξανδρίδας που είχε γυναίκα μια θυγατέρα της αδερφής του και την αγαπούσε μ᾽ όλη του την καρδιά, δεν αποχτούσε παιδιά. [5.39.2] Καθώς λοιπόν δημιουργήθηκε αυτή η κατάσταση, τον κάλεσαν οι έφοροι και του είπαν: «Εσύ βέβαια μπορεί να μη νοιάζεσαι που θα μείνεις άκληρος, εμείς όμως δεν μπορούμε να τ᾽ αφήσουμε έτσι, ν᾽ αφανιστεί απ᾽ τον κόσμο η γενιά του Ευρυσθένη. Τώρα εσύ, τη γυναίκα που έχεις, μια και δε σου κάνει παιδιά, διώξ᾽ την και παντρέψου άλλη· μ᾽ αυτή σου την πράξη θα ενθουσιαστούν οι Σπαρτιάτες». Κι αυτός αποκρίθηκε λέγοντας πως δε θα κάνει τίποτα απ᾽ αυτά τα δύο, κι ότι η συμβουλή που του δίνουν δεν είναι καλή, να τον προτρέπουν ν᾽ αφήσει τη γυναίκα που έχει και που δεν μπορεί να της καταμαρτυρήσει τίποτε, και να βάλει στο σπίτι του άλλη· και πως δεν θα τους ακούσει. [5.40.1] Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά οι έφοροι και η γερουσία συσκέφθηκαν κι έκαναν την εξής πρόταση στον Αναξανδρίδα: «Λοιπόν, επειδή βλέπουμε πόσο είσαι αφοσιωμένος στη γυναίκα σου, κάνε τουλάχιστον τα ακόλουθα και μη τ᾽ αντιστρατεύεσαι, μήπως οι Σπαρτιάτες πάρουν κάποια απόφαση που δε θα ᾽ναι για το καλό σου: [5.40.2] εμείς απ᾽ τη μεριά μας δεν επιμένουμε να διώξεις τη γυναίκα που έχεις· όσο για σένα, δίνε σ᾽ αυτήν ό,τι της έδινες ώς σήμερα, αλλά βάλε στο σπίτι σου, κοντά σ᾽ αυτήν, κι άλλη γυναίκα που να σου κάνει παιδιά». Μ᾽ αυτή τους την πρόταση συμβιβάστηκε ο Αναξανδρίδας κι από τότε ζούσε έχοντας δυο γυναίκες και δυο σπιτικά — πράματα εντελώς ασυνήθιστα για Σπαρτιάτη. [5.41.1] Δεν πέρασε πολύς καιρός κι η δεύτερη γυναίκα του γεννά τον Κλεομένη που ανάφερα. Κι αυτή φέρνει στον κόσμο και χαρίζει στους Σπαρτιάτες διάδοχο του βασιλιά, κι η πρώτη του γυναίκα, που προηγουμένως ήταν στείρα, νά που τότε έπιασε παιδί, αυτό το παιχνίδι τής έπαιξε η τύχη. [5.41.2] Κι ενώ πραγματικά είχε πιάσει παιδί, οι συγγενείς της δεύτερης γυναίκας, όταν το έμαθαν, της έκαναν το βίο αβίωτο, διαδίνοντας πως ετούτη έτσι στα ψέματα καμαρώνει — πως ήθελε να εμφανίσει ξένο παιδί για δικό της. Και, καθώς αυτοί έκαναν φασαρία και κόντευε η ώρα της γέννας, οι έφοροι, καχύποπτοι, πήραν θέση γύρω από το κρεβάτι της ετοιμόγεννης γυναίκας και παραφύλαγαν. [5.41.3] Κι αυτή γέννησε τον Δωριέα κι αμέσως ύστερα πιάνει στην κοιλιά της τον Λεωνίδα κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτόν αμέσως πιάνει τον Κλεόμβροτο· κι άλλοι λένε πως ο Κλεόμβροτος και ο Λεωνίδας γεννήθηκαν δίδυμοι. Αλλά εκείνη που γέννησε τον Κλεομένη, η δεύτερη γυναίκα, που ήταν θυγατέρα του Πρινητάδη, του γιου του Δημαρμένου, δε γέννησε πια δεύτερο παιδί. [5.42.1] Λοιπόν ο Κλεομένης, καταπώς λένε, δεν ήταν στα καλά του και μάλλον ήταν μανιακός, ενώ ο Δωριεύς ήταν πρώτος ανάμεσα σ᾽ όλους τους συνομηλίκους του, και το ᾽χε βάλει καλά στο νου του πως με την αξία του θα έπαιρνε το βασιλικό αξίωμα. [5.42.2] Έχοντας λοιπόν αυτή την ιδέα, όταν ο Αναξανδρίδας πέθανε κι οι Λακεδαιμόνιοι, κρατώντας το έθιμο, έστησαν βασιλιά τον μεγαλύτερο στην ηλικία, τον Κλεομένη, ο Δωριεύς αγανάχτησε και, μη μπορώντας να ᾽χει βασιλιά τον Κλεομένη, ζήτησε από τους Σπαρτιάτες λαό και τους οδηγούσε να ιδρύσουν αποικία, χωρίς ούτε χρησμό να ζητήσει από το μαντείο των Δελφών, σε ποιά χώρα να πάει να τη χτίσει, ούτε να κάνει καμιά από τις συνηθισμένες ιεροτελεστίες. Κι έτσι που το πήρε κατάκαρδα, έφυγε με τα καράβια του για τη Λιβύη· οδηγούς του είχε άντρες από τη Θήρα. [5.42.3] Έφτασε στον Κίνυπο κι ίδρυσε πόλη στο ωραιότερο μέρος της Λιβύης, δίπλα στον ποταμό. Δεν πέρασαν όμως τρία χρόνια κι αποδιωγμένος από τους Μάκες, τους Λίβυες και τους Καρχηδόνιους γύρισε στην Πελοπόννησο. [5.43.1] Τότε ο Αντιχάρης από τον Ελεώνα τον συμβούλεψε, σύμφωνα με τους χρησμούς του Λαΐου, να χτίσει αποικία Ηράκλεια στη Σικελία, λέγοντάς του πως ολόκληρη η περιοχή του Έρυκα ανήκει στους απογόνους του Ηρακλή, μια και την κατέκτησε ο ίδιος ο Ηρακλής. Κι αυτός, μόλις τ᾽ άκουσε αυτά, πήγε βιαστικά στους Δελφούς για να ζητήσει χρησμό από το μαντείο, αν θα κυριέψει τη χώρα, για την οποία κινούσε· κι η Πυθία τού δίνει χρησμό πως ναι, θα την κυριέψει. Κι ο Δωριεύς πήρε μαζί του όλο τον κόσμο που είχε οδηγήσει και στη Λιβύη και με τα καράβια του έπλεε δίπλα από τις ακτές της Ιταλίας. [5.44.1] Κι αυτό τον καιρό, καταπώς λένε οι Συβαρίτες, οι ίδιοι τους κι ο βασιλιάς τους Τήλης ήταν να κάνουν εκστρατεία εναντίον του Κρότωνα, κι οι Κροτωνιάτες κατατρομαγμένοι παρακάλεσαν τον Δωριέα να τους βοηθήσει, κι η παράκλησή τους ικανοποιήθηκε· και πως ο Δωριεύς και εκστράτευσε μαζί τους εναντίον της Σύβαρης και κυρίεψε μαζί τους τη Σύβαρη. [5.44.2] Οι Συβαρίτες λοιπόν λένε πως αυτά έκαναν ο Δωριεύς και οι σύντροφοί του, οι Κροτωνιάτες όμως υποστηρίζουν πως κανένας ξένος δεν τους έδωσε χέρι στον πόλεμο εναντίον των Συβαριτών, παρά μονάχα ο Καλλίας από την Ηλεία, μάντης από την οικογένεια των Ιαμιδών, κι αυτός κάπως έτσι· απέδρασε από τον Τήλη, τον τύραννο των Συβαριτών, και πήγε μ᾽ αυτούς· κι ο λόγος ήταν πως τα προμηνύματα από τις θυσίες που έκανε για την εκστρατεία εναντίον του Κρότωνα δεν ήταν καθόλου αίσια. [5.45.1] Αυτά λένε οι Κροτωνιάτες. Και η καθεμιά απ᾽ τις δύο πόλεις φέρνει τις εξής αποδείξεις· οι Συβαρίτες από τη μια μεριά, ένα τέμενος και ναό που βρίσκεται δίπλα στην ξεραμένη κοίτη του Κράθη, που λένε πως τον ίδρυσε ο Δωριεύς όταν κυρίεψε την πόλη τους, και πως τον αφιέρωσε στ᾽ όνομα της Κραθίας Αθηνάς, κι ακόμη παρουσιάζουν ως την πιο μεγάλη απόδειξη το θάνατο του ίδιου του Δωριέα, που αφανίστηκε επειδή έκανε περισσότερες επιχειρήσεις απ᾽ όσες έλεγε ο χρησμός του μαντείου· γιατί βέβαια, αν δεν έκανε παραπανίσιες επιχειρήσεις αλλά περιοριζόταν στον αρχικό του σκοπό, θα κυρίευε τη χώρα του Έρυκα, και κυριεύοντάς την θα την εξουσίαζε και δε θ᾽ αφανιζόταν κι ο ίδιος του κι ο στρατός του. [5.45.2] Κι απ᾽ τη μεριά τους οι Κροτωνιάτες φέρνουν ως απόδειξη τα πολλά, πρώτα και καλύτερα, χτήματα της γης του Κρότωνα που δόθηκαν χάρισμα στον Καλλία τον Ηλείο, που ακόμα και στην εποχή μου τα εκμεταλλεύονταν οι απόγονοι του Καλλία, ενώ δε δόθηκε τίποτα στον Δωριέα και τους απογόνους του. Και βέβαια, αν ο Δωριεύς τούς έδινε χέρι βοήθειας στον πόλεμο με τους Συβαρίτες, θα του έδιναν πολλαπλάσια απ᾽ ό,τι στον Καλλία. Αυτές λοιπόν τις αποδείξεις παρουσιάζει η κάθε μεριά γι᾽ αυτό το θέμα, κι ο καθένας, σ᾽ όποιου απ᾽ τους δύο τα λόγια δίνει πίστη, ας πάρει το μέρος του. [5.46.1] Λοιπόν, μαζί με τον Δωριέα ήταν στα καράβια κι άλλοι Σπαρτιάτες για να πάρουν μέρος στον αποικισμό, ο Θεσσαλός κι ο Παραιβάτης κι ο Κελέης κι ο Ευρυλέων· αυτοί, όταν έφτασαν μ᾽ όλο το στρατό τους στη Σικελία, νικήθηκαν σε μάχη από τους Φοίνικες και τους Εγεσταίους και σκοτώθηκαν. Κι απ᾽ όσους ξεκίνησαν για να πάρουν μέρος στον αποικισμό μονάχα ο Ευρυλέων βγήκε ζωντανός απ᾽ αυτή την πανωλεθρία. [5.46.2] Κι αυτός περιμάζεψε τα υπολείμματα του στρατού και κυρίεψε μια παροικία των Σελινουντίων, τη Μινώα, κι αργότερα βοήθησε τους Σελινουντίους να ελευθερωθούν από τον τύραννό τους, τον Πειθαγόρα. Κατόπι, ύστερ᾽ από τον εκθρονισμό εκείνου, επιχείρησε ο ίδιος να γίνει τύραννος των Σελινουντίων, και δυνάστευσε την πόλη, όχι για πολύ· γιατί οι Σελινούντιοι σήκωσαν επανάσταση και τον σκότωσαν, κι ας ζήτησε άσυλο στο βωμό του Αγοραίου Δία. [5.47.1] Σύμμαχος του Δωριέα, που πέθανε μαζί του στη μάχη, ήταν ο Κροτωνιάτης Φίλιππος, γιος του Βουτακίδη· αυτός, επειδή λογοδόθηκε με θυγατέρα του Συβαρίτη Τήλη, εξορίστηκε από τον Κρότωνα, όμως τον γέλασαν κι ο γάμος του δεν έγινε· κι έτσι σηκώθηκε κι έφυγε με καράβι στην Κυρήνη, και ξεκινώντας αποκεί ακολούθησε τον Δωριέα σαν σύμμαχος με δική του τριήρη που το πλήρωμά της το συντηρούσε με δικά του χρήματα — κι ήταν ολυμπιονίκης κι ο πιο όμορφος άντρας ανάμεσα σ᾽ όλους τους Έλληνες του καιρού του. [5.47.2] Κι ήταν γι᾽ αυτή την ομορφιά του που οι Εγεσταίοι του έδωσαν τιμές όσες σε κανένα άλλο· δηλαδή έχτισαν ναό πάνω στον τάφο του και τον λάτρευαν με θυσίες σαν ημίθεο. [5.48.1] Τέτοιο θάνατο λοιπόν βρήκε ο Δωριεύς, που, αν είχε δεχτεί να ᾽χει βασιλιά τον Κλεομένη κι είχε μείνει στη Σπάρτη, θα είχε γίνει βασιλιάς των Λακεδαιμονίων· γιατί η βασιλεία του Κλεομένη δεν κράτησε πολύ, αλλά πέθανε άκληρος αφήνοντας μονάχα μια θυγατέρα, που τη λέγανε Γοργώ. |