ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
Νά του στρατού ο κατάσκοπος, αν δε γελιούμαι,
370κάποια καινούργιαν είδηση, φίλες, μας φέρνει
με βία τ᾽ αδράχτια στρέφοντας των ποδαριώ του.
Μα νά κι ο ίδιος ο βασιλιάς ο γιος του Οιδίπου
φτάνει να μάθει σε καιρό τα νέα μαντάτα
κι από τη βία κι αυτός δεν πάει τα πόδια ταίρια.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Όλα τα ξέρω να σας πω για τους εχθρούς μας
και για ποιά πύλη τράβηξε καθένας κλήρο.
Πρώτα στου Προίτου εμπρός τις πύλες απ᾽ τα τώρα
380βροντάει ο Τυδέας· μα ο μάντης του Ισμηνού το ρέμα
δεν τον αφήνει να περάσει, γιατί δείχνουν
όχι καλά οι θυσίες· μ᾽ απ᾽ τη λύσσα εκείνος
και του πολέμου τη μανία ξεφρενιασμένος,
σαν όφιος στο μεσημερνό χουγιάζει κάμα
και λούζει με βρισιές το σοφό μάντη Οικλείδη,
πως μπρος στη μάχη και στο θάνατο ζαρώνει
από αναντρία· και τέτοια κράζοντας τινάζει
τρεις δασές χήτες που του κρέμουνται απ᾽ το κράνος,
και κάτω απ᾽ την ασπίδα χάλκινα κουδούνια
τρομάρα ηχολογούν· κι έχει σ᾽ αυτήν απάνω
τέτοια περήφανα σημάδια δουλεμένα:
τον ουρανό που αστράφτει απ᾽ άστρα και στη μέση
βασίλισσα των άστρων σ᾽ όλη της τη δόξα
390λάμπ᾽ η Σελήνη ολόγιομη, της νύχτας μάτι.
Με τέτοια ξώφρεν᾽ άρματα σα ξεπαρμένος
χουγιάζει εμπρός στον ποταμό διψώντας μάχη,
σαν τ᾽ άτι που τη ζώρη του ξαφράει στα γκέμια
και φρουμανίζει ώσπου τη σάλπιγγα ν᾽ ακούσει.
Ποιό θενά στείλεις μπρος σ᾽ αυτόν; ποιός, σα θ᾽ ανοίξουν
του Προίτου οι πύλες, άξιος να τις διαφεντέψει;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δεν είμ᾽ εγώ που οι αρματωσιές να με τρομάζουν,
ουδέ ξέρω πληγές ν᾽ ανοίγουν τα σημάδια
και δίχως δόρυ να δαγκούν κουδούνια ή φούντες.
400Μα όσο γι᾽ αυτή τη Νύχτα, που ᾽ναι, λες, απάνω
στην ασπίδα κι αστράφτει με τ᾽ ουράνια τ᾽ άστρα,
ίσως με νόημα μάντης να γενεί για κάποιον.
Γιατ᾽ αν η νύχτα στα νεκρά τα μάτια πέσει
αυτού, που το περήφανο κρατάσει σημάδι,
μ᾽ όλα τα δίκια αληθινά θα του ταιριάσει
κι ο ίδιος την ίδια του πομπή θα ᾽χει μαντέψει.
Μα εγώ τον άξιο αντίκρυ στον Τυδέα θα στήσω
γιο του Αστακού, να διαφεντεύει αυτή την πύλη·
από πολύ τρανή γενιά τιμάει το θρόνο
410της ντροπής κι αποστρέφεται τις κομποφάνειες,
αργός στα αισχρά, δειλός δε συνηθίζει να ᾽ναι
κι η ρίζα του από των Σπαρτών κρατάει το γένος
π᾽ άφησε ο Άρης ζωντανούς· ντόπιο βλαστάρι
με τα όλα του, ο Μελάνιππος· το τέλος βέβαια
ο Άρης θα κρίνει με τα ζάρια του, αυτόν όμως
το δίκιο της συγγένειας παρά καθ᾽ άλλον
στέλνει, για ν᾽ αποδιώξει το εχθρικό κοντάρι
μακριά απ᾽ τη μάνα γη, που τον γεννούσε.
ΧΟΡΟΣ
Είθε να δώσουν οι θεοί
στο δικό μου τον πρόμαχο τη νίκη,
που μ᾽ όλα του τα δίκια ξεκινά
για την πατρίδα του να πολεμήσει·
420μα τρέμω, μη μου γράφεται να ιδώ
το θάνατο δικούς μας να θερίζει.
|