Περιμένουμε τα σχόλια σας

Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας 1770–1990

«Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου η πολιτική ζωή παρέμεινε όπως και επί Όθωνα. Τα πολιτικά κόμματα ήταν ουσιαστικά ρευστοί σχηματισμοί που αποκρυσταλλώνονταν περισσότερο γύρω από εξέχοντες πολιτικούς παρά πάνω σε ιδεολογικές αρχές και καθηλώνονταν στο ατέλειωτο κυνήγι των αξιωμάτων. Οι χαριστικές ρυθμίσεις της εξουσίας ήταν απαραίτητες αν ήθελαν οι πολιτικοί να ικανοποιήσουν έστω και στο ελάχιστο τις βουλιμικές απαιτήσεις των ψηφοφόρων-πελατών τους. Καθώς, μάλιστα, η ανάπτυξη της οικονομίας ήταν ατροφική, το κράτος απέκτησε δυσανάλογη σπουδαιότητα ως πηγή απασχόλησης και η αναλογία των δημοσίων υπαλλήλων προς το σύνολο των πολιτών ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή της δυτικής Ευρώπης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και ο αριθμός των βουλευτών στη Βουλή ήταν δυσανάλογα μεγάλος. Στον ατέλειωτο ανταγωνισμό για την πολιτική εξουσία και το συνακόλουθο πελατειακό δίκτυο, οι πολιτικοί ήταν πάντα πρόθυμοι να σχηματίζουν πολυποίκιλους και διαρκώς μεταβαλλόμενους συνασπισμούς. Οι εκλογικές αναμετρήσεις διεξάγονταν με άγριο φανατισμό και συχνά με σκληρότητα, καθώς από κάθε κυβερνητική αλλαγή εξαρτιόνταν μυριάδες θέσεις στον δημόσιο τομέα. Ήταν δύσκολο να προκύψει σταθερή κυβέρνηση. Ανάμεσα στο 1870 και το 1875, για παράδειγμα, χρειάστηκε να γίνουν τέσσερις φορές εκλογές και σχηματίστηκαν εννέα κυβερνήσεις.»

Η εποχή του Γεωργίου Α΄

«Την πολιτική "δύση" των κομμάτων της δεκαπενταετίας 1865-1880 επισπεύδουν οι θάνατοι των παλαίμαχων πολιτικών ηγετών- του Δ. Βούλγαρη το Δεκέμβριο του 1877, του Ε. Δεληγιώργη το Μάιο του 1879 και του Θ. Ζαΐμη τον Οκτώβριο του 1880, του Α. Κουμουνδούρου το 1883- σημαδεύοντας έτσι το τέλος του πολυκομματικού συστήματος και τη σταδιακή μετάβαση στο δικομματικό κανόνα.

Οι εκλογικές αναμετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το μεταβατικό διάστημα, η πρώτη το 1875 και η δεύτερη το 1879, αν και πιστοποίησαν την υπεροχή του κόμματος του Κουμουνδούρου, δεν έδωσαν την απόλυτη πλειοψηφία σε κανένα κόμμα, άρα δεν προσέφεραν και την άμεση ανακούφιση σταθερών κυβερνήσεων. Οι προγραμματικές διακηρύξεις των δύο κυρίαρχων πολιτικών ομάδων, των κουμουνδουρικών και των τρικουπικών, εστιάσθηκαν στην υπεράσπιση κοινών, λίγο ως πολύ θέσεων: α) της τήρησης των συνταγματικών αρχών β) του εξορθολογισμού της διοίκησης- ιδίως με το νομοθετικό καθορισμό των προσόντων των δημοσίων υπαλλήλων- και του συστήματος δικαιοσύνης γ) της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της υποστήριξης της αγροτικής παραγωγής δ) της επιτακτικής στρατιωτικής ανασύνταξης και τέλος, της ανάπτυξης του συγκοινωνιακού δικτύου.

Ωστόσο, το πολιτικό πρόγραμμα του Πέμπτου Κόμματος, όπως διαμορφώθηκε και ωρίμασε στην προεκλογική συνθήκη του 1875, υπογράμμισε τη σύνολη εκσυγχρονιστική προοπτική που φιλοδοξούσε να εφαρμόσει και μάλιστα με ταχείς ρυθμούς και με επίγνωση του πολιτικού και κοινωνικού κόστους που αυτή συνεπαγόταν. Η λαϊκή ετυμηγορία πριμοδότησε, τελικώς, έξι χρόνια αργότερα, τη δυναμική εθνική πολιτική που ευαγγελιζόταν το τρικουπικό κόμμα.»

Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας

«Την πληθώρα των κομμάτων, που είχαν κέντρο ένα ισχυρό αρχηγό χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα, διαδέχονται, απ’ το 1880 περίπου, δυο πολιτικοί σχηματισμοί με σαφέστερες τάσεις: τα προοδευτικά στοιχεία της αστικής τάξης, οι διανοούμενοι και μεγάλο μέρος του λαού συγκεντρώνονται γύρω απ' το Χαρίλαο Τρικούπη. οι συντηρητικοί κι οι δυνάμεις του παλιού πολιτικού κόσμου συγκεντρώνονται γύρω απ' τον Κουμουνδούρο, που το κόμμα του, απορφανισμένο από τ' αστικά του στοιχεία, εγκαταλείπει το προοδευτικό πνεύμα που είχε δείξει ως τότε. Το κόμμα αυτό, που η ηγεσία του περνά μετά το θάνατο του Κουμουνδούρου (1883) στο Θ. Δεληγιάννη, αντιπροσωπεύει την αντίσταση του παρελθόντος και την κωλυσιεργία στις προσπάθειες του Τρικούπη.

Ενώ ανάμεσα στα 1875 και στα 1881 οι συνεχείς αποτυχίες στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική φανερώνουν τη χρεοκοπία του παλιού πολιτικού κόσμου, ο Τρικούπης απ’ τις πρώτες του κιόλας κυβερνήσεις (1875 και 1880) παρουσιαζόταν ως η μόνη ικανή προσωπικότητα ν’ αναδιοργανώσει το κράτος. Οι εκλογές του 1881 του δίνουν για πρώτη φορά σημαντική πλειοψηφία και του επιτρέπουν να σχηματίσει την πρώτη σταθερή του κυβέρνηση (1882-1885). Από τότε κυβερνά τη χώρα ως το 1895, με μερικές διακοπές. Η εσωτερική του πολιτική δεν αποβλέπει παρά σε περιορισμένη πολιτική μεταρρύθμιση και σε ομαλότερη λειτουργία του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, που είχε αλλοιωθεί απ’ τη διαφθορά. Ο Τρικούπης αναδιοργανώνει τελείως το στρατό, τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη της χώρας. Η αυστηρή εφαρμογή του νόμου για το αμετάθετο των δικαστών, η κατάργηση της κατάσχεσης των υπαλληλικών αποδοχών και του μισθού των αξιωματικών, η εξυγίανση των οικονομικών υπηρεσιών, ο νόμος για τα αναγκαία προσόντα των υπαλλήλων, η οργάνωση της Αστυνομίας και ο νέος εκλογικός νόμος με την ευρεία περιφέρεια και με τη μείωση του αριθμού των βουλευτών, όλ' αυτά τα μέτρα τείνουν να δημιουργήσουν μια διοίκηση τίμια και ανεξάρτητη απ' τους πολιτικούς.»

Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας 1770–1990

«Το μεγαλύτερο διάστημα των δύο τελευταίων δεκαετιών του αιώνα λειτούργησε ουσιαστικά το σύστημα του δικομματισμού, με τον Τρικούπη να εναλλάσσεται στην εξουσία με τον κυριότερο αντίπαλό του, τον Δηλιγιάννη. Στην ουσία, ο Τρικούπης εκπροσωπούσε τον εξευρωπαϊσμό της πολιτικής ζωής, ενώ ο Δηλιγιάννης την παραδοσιακή λειτουργία της. Ο Τρικούπης πίστευε ότι το κράτος χρειαζόταν πολιτική και οικονομική ανόρθωση πριν γίνει λόγος για εμπλοκή σε αλυτρωτικές περιπέτειες. Γι' αυτό και επεδίωξε να καταστήσει τη χώρα διεθνώς αξιόπιστη, να ενθαρρύνει το ξεκίνημα της εκβιομηχάνισης, να βελτιώσει τις επικοινωνίες, με την κατασκευή σιδηροδρόμων και τη διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου, και να εκσυγχρονίσει τον στρατό και το ναυτικό. Ωστόσο, ένα τέτοιο πρόγραμμα ήταν δαπανηρό και συνεπαγόταν αυξημένη φορολογία. Αυτό πρόσφερε εύκολο στόχο στον δημοφιλή και δημαγωγό Δηλιγιάννη, ο οποίος δεν είχε πρόβλημα να δηλώνει ότι ήταν αντίθετος προς οτιδήποτε υποστήριζε ο Τρικούπης. Η επιδεικτική λαϊκιστική ρητορεία του Δηλιγιάννη και η φλογερή προάσπιση μιας "Μεγάλης Ελλάδας" χωρίς αμφιβολία εξέφραζε τους ενθουσιασμούς και τους μύχιους πόθους του απλού πολίτη πιο πιστά από τα αυστηρά μεταρρυθμιστικά προγράμματα του Τρικούπη. Οι παράτολμες, όμως, πολιτικές επιλογές του Δηλιγιάννη στις περιόδους που ήταν στην εξουσία δεν μπορούσαν παρά να θέσουν σε δοκιμασία την ήδη εξασθενημένη οικονομία, όπως συνέβη με τη θνησιγενή κινητοποίηση στη διάρκεια της βουλγαρικής κρίσης του 1885, η οποία κατέληξε στον αποκλεισμό της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Επιπλέον, η φιλοπολεμική του πολιτική έμελλε να καταλήξει σε ήττα το 1897, στη διάρκεια του καταστροφικού "Πολέμου των τριάντα ημερών" με την Τουρκία.»

Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική Ιστορία, 1862-1917

«Η καθιέρωση της αρχής της "δεδηλωμένης" στην κοινοβουλευτική πρακτική υποδήλωνε πως το στέμμα δεν διέθετε πλέον το δικαίωμα να προβαίνει στον διορισμό ή στη διατήρηση στην αρχή κυβερνήσεων που δεν απολάμβαναν της πλειοψηφίας της Βουλής. Κατ' αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε στην Ελλάδα το Κοινοβουλευτικό σύστημα, πεμπτουσία του οποίου αποδείχτηκε η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης (και των υπουργών) ενώπιον της Βουλής υπό την αίρεση της εμπιστοσύνης της. Η κατ' αρχήν αποδοχή της αρχής της "δεδηλωμένης" από τον βασιλέα μετουσίωνε το "πέρασμα" από την μοναρχική στην δημοκρατική αρχή. Θριαμβευτής των εκλογών της 18ης Ιουλίου 1875 ανεδείχθη ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος αναδεικνύοντας 80 βουλευτές. Ο Ζαΐμης κέρδισε 25 έδρες, όσες και ο Τρικούπης, ενώ ο Δεληγιώργης διέθετε 30 βουλευτές. Ανατρέχοντας στην πολιτική κατάσταση μετά το 1864, προκύπτει ότι οι κυρίαρχοι πολιτικοί σχηματισμοί ήταν τέσσερις: του Αλ. Κουμουνδούρου, του Δημ. Βούλγαρη, του Επ. Δεληγιώργη και του Θρ. Ζαΐμη. Ουσιαστικά όμως μόνο ο σχηματισμός του Κουμουνδούρου θεωρήθηκε κοινοβουλευτικό κόμμα. Ως πέμπτος κομματικός σχηματισμός, μετά το 1872, εμφανίστηκε ο οργανισμός υπό την ηγεσία του Τρικούπη με διάφορες ονομασίες όπως "Εκλεκτικόν κόμμα", "Νεωτεριστικόν" και τελικά "Τρικουπικό".»

Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η εποχή του

«Την περίοδο 1882-1895 ο Τρικούπης κυριάρχησε στην πολιτική ζωή του τόπου, σχηματίζοντας τέσσερις κυβερνήσεις με συνολικό βίο έντεκα, περίπου, ετών. Η ισχυρή του παρουσία ώθησε τους αντιπάλους του να συσπειρωθούν γύρω από τον Θεόδωρο Δεληγιάννη, επιβάλλοντας εκ των πραγμάτων ένα δικομματικό σύστημα στη θέση του πολιτικού κατακερματισμού και της "βουλευτοκρατίας".

Για τον Τρικούπη, θιασώτη του φιλελεύθερου βρετανικού προτύπου, ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής πολιτικής ζωής περνούσε μέσα από το σεβασμό των κανόνων του κοινοβουλευτισμού, την παγίωση και εναλλαγή στην εξουσία δύο μεγάλων κομμάτων, και τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος με στόχο την απαλλαγή των εκάστοτε κυβερνήσεων από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των τοπικών πελατειακών δικτύων.

Έτσι, με την εκλογική μεταρρύθμιση του 1886 διευρύνθηκαν οι εκλογικές περιφέρειες με βάση το νομό πλέον και όχι την επαρχία, ενώ μειώθηκε ο αριθμός των βουλευτών στο ελάχιστο συνταγματικό όριο των 150. Για την αντιμετώπιση της κομματικής αυθαιρεσίας στη διοίκηση, θεσπίστηκαν για πρώτη φορά αξιοκρατικά κριτήρια στις προσλήψεις και δόθηκαν ορισμένες εγγυήσεις για το μισθό και τη θέση των δημοσίων υπαλλήλων- όχι, όμως, και η μονιμότητα, που ίσχυε μόνο για τους δικαστές και τους στρατιωτικούς.

Η αποκατάσταση κλίματος ασφάλειας, απαραίτητου όρου για την οικονομική ανόρθωση, αποτέλεσε βασικό μέλημα των κυβερνήσεων Τρικούπη, που είχαν να αντιμετωπίσουν ενδημικά φαινόμενα, όπως η ληστεία και η αυθαιρεσία ποικίλων τοπικών "παραγόντων" (από τους κομματάρχες και τους "μπράβους" της υπαίθρου ως τους παλικαράδες "κουτσαβάκηδες" των Αθηνών), αλλά και η διαφθορά της κρατικής μηχανής. Έτσι ψηφίστηκαν αυστηρότεροι ποινικοί νόμοι, έγιναν επιτυχείς τομές στη στελέχωση των διωκτικών αρχών, ενώ ενισχύθηκε νομοθετικά η ασφάλεια του δικαίου και των συναλλαγών.

Όπως συνέβη και με άλλους τομείς της πολιτικής του, η προσπάθεια του Τρικούπη να καταστήσει την Ελλάδα σύγχρονο αστικό κράτος συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση της αντιπολίτευσης, που παρέμενε φανατικά προσκολλημένη στις παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις, επιμένοντας να αντιλαμβάνεται το κράτος- και όχι την ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία- ως μηχανισμό κοινωνικής και οικονομικής αποκατάστασης.»

Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η εποχή του

«Η πτώχευση, οι συνεχείς επιθέσεις των ξένων δανειστών και των Ελλήνων εκπροσώπων τους, Συγγρού και Βλαστού, κατά της κυβερνητικής πολιτικής, η λαϊκή δυσαρέσκεια για την υψηλή φορολογία και άλλα αντιδημοτικά μέτρα, οι αντιδράσεις των στρατιωτικών στον περιορισμό των πολιτικών τους δραστηριοτήτων αλλά και στη στασιμότητα των "εθνικών ζητημάτων", τέλος η προσέγγιση των ανακτόρων με την αντιπολίτευση δεν άφηναν περιθώρια αισιοδοξίας στον Τρικούπη ενόψει των εκλογών του Απριλίου 1895. Με συνθήματα κατά των φόρων αλλά και υπέρ "του Στέμματος, του έθνους και των θεσμών", η δεληγιαννική παράταξη θριάμβευσε. Ο Τρικούπης απέτυχε να εκλεγεί στην ιδιαίτερη εκλογική του περιφέρεια, το Μεσολόγγι.

Η προσπάθεια του Τρικούπη να αναμορφώσει τη χώρα πάνω στα πρότυπα του φιλελεύθερου αστικού κράτους προσέκρουσε τόσο στην αντοχή των παραδοσιακών δομών της ελληνικής κοινωνίας όσο και στην ανεπάρκεια των μέσων που είχε στη διάθεσή του ο οραματιστής πολιτικός. Λίγο πριν αναχωρήσει για το εξωτερικό, εγκαταλείποντας οριστικά την πολιτική, συνόψισε ο ίδιος την πολιτική του πορεία μ' αυτά τα λόγια: "Επί είκοσιν έτη αγωνιζόμεθα ανενδότως όπως διορθώσωμεν τα κακώς κείμενα… Δις απεπειράθημεν την ανόρθωσιν και δις ο ελληνικός λαός εκρήμνισεν ημάς της αρχής και έφερεν επί την αρχήν τους δημοκόπους, τους κραυγάσαντας κατά των φόρων και των προσόντων και δις οι αντίπαλοι ούτοι ημών ανέτρεψαν εντός ολίγων μηνών παν ό,τι ημείς επί έτη κοπιωδώς ανεγείραμεν".

Ο θάνατος βρήκε το μεγάλο Έλληνα πολιτικό στις Κάννες της Γαλλίας, στις 30 Μαρτίου 1896. Η είδηση έφθασε καθώς η Αθήνα έπαιρνε εορταστική όψη για να φιλοξενήσει την τέλεση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Ένα χρόνο αργότερα, η παράταξη που είχε ανατρέψει το τρικουπικό έργο θα βύθιζε τη χώρα στο όνειδος της ήττας του 1897.»

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

«Από το 1882 ως το 1895 εκδηλώθηκε η ανορθωτική προσπάθεια του Χαρίλαου Τρικούπη, με κύριους στόχους: τον εκσυγχρονισμό και την ισχυροποίηση του κράτους. την αναδιοργάνωση και σοβαρή ενίσχυση του στρατού και του στόλου. την ταχύρρυθμη ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας, ιδίως της βιομηχανίας και των συγκοινωνιών. Η μεγαλεπήβολη αυτή πολιτική υπαγορεύθηκε από την επιδίωξη να αποκτήσει η Ελλάς έγκαιρα την απαιτούμενη ισχύ, ώστε να μπορεί να επιτύχει την ικανοποίηση των εθνικών δικαίων. Ο τρόπος όμως εφαρμογής της πολιτικής αυτής, υπαγορευμένος από το σύντονο ρυθμό της, περιείχε στοιχεία υπονομευτικά της επιτυχίας της. Η χρηματοδότησή της έγινε με υπερδανεισμό και με υπερφορολόγηση, που μάλιστα έπληξε τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις. Η υπερφορολόγηση αυτή και ακόμη άλλα επαχθή για το λαό οικονομικά μέτρα προκάλεσαν έντονη λαϊκή δυσφορία, με αποτέλεσμα να ηττηθεί ο Τρικούπης επανειλημμένα στις βουλευτικές εκλογές και να διακόπτεται η εφαρμογή της πολιτικής του. Ο υπερδανεισμός, έξαλλου, για την κάλυψη μάλιστα δαπανών μη παραγωγικών είτε μη άμεσα παραγωγικών, αλλά και οι μεγάλες έκτακτες δαπάνες για την επιστράτευση του 1885/ 1886, δημιούργησαν οξεία δημοσιονομική και γενικότερη οικονομική κρίση, ιδίως από το 1890. Η Ελλάς οδηγήθηκε τελικά στην πτώχευση του 1893, πλήγμα βαρύτατο για τη χώρα, με συνέπειες πολλαπλά επιζήμιες. Ωστόσο, η ανορθωτική προσπάθεια του Τρικούπη άφησε σπουδαία επιτεύγματα, όπως προπάντων η διώρυγα της Κορίνθου, οι σιδηρόδρομοι, οι νέοι δρόμοι, εγγειοβελτιωτικά και άλλα τεχνικά έργα, η ανάπτυξη της βιομηχανίας, αν και σε βαθμό μικρότερο από όσο αναμενόταν όπως επίσης, η ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων της χώρας με τη λήψη πολλών θετικών μέτρων.»

Οδοιπορικό 1890

«Στην Ελλάδα τα κόμματα είναι αμέτρητα, όμως δεν διαφέρουν ιδεολογικά μεταξύ τους. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε θρησκευτικό ούτε κοινωνικό ζήτημα. Όλος ο κόσμος έχει πάνω κάτω την ίδια γνώμη, αλλά δεν έχουν όλοι τα ίδια συμφέροντα. Γι' αυτόν το λόγο οι μεν ψηφίζουν τον τάδε, οι δε τον δείνα.

Κάθε παράταξη έχει έναν αδιαφιλονίκητο αρχηγό, που περιστοιχίζεται από ένα επιτελείο βουλευτών με επιρροή, οι οποίοι, όπως λέμε στην κοινοβουλευτική μας γλώσσα, είναι "υπουργήσιμοι". Εδώ και μερικά χρόνια, η πολιτική ιστορία της Ελλάδας περιορίζεται σε ένα είδος εναλλαγής ανάμεσα στα κόμματα του Τρικούπη και του Δηλιγιάννη.

Ο κ. Τρικούπης, που έχει διατελέσει πολλές φορές πρωθυπουργός, είναι ένας ψυχρός, λιγομίλητος, εργατικός άνθρωπος, Έλληνας στην καταγωγή και στην ψυχή, Άγγλος στη μόρφωση, τη συμπεριφορά και την εμφάνιση. Οι αμερόληπτοι συμφωνούν ότι είναι χωρίς αμφιβολία ο πιο αξιόλογος άντρας της σύγχρονης Ελλάδας. Οι ίδιοι οι εχθροί του τιμούν το ζήλο και την εργατικότητά του.

Η αντιπάθεια που τρέφουν γι' αυτόν κάποιοι συμπατριώτες του οφείλεται σε πολλά γενικά αίτια, που είναι εύκολο να εντοπιστούν. Οι μορφωμένοι Έλληνες, αυτοί που γνωρίζουν την επιθυμία του να ευεργετεί, το πάθος του για εργασία, την αφοσίωσή του στα κοινά, του δίνουν εκ των προτέρων τις ψήφους τους. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με τη λαϊκή τάξη, που είναι και η πιο πολυάριθμη. Για εθνικές αναγκαιότητες, που ο λαός δεν καταλαβαίνει καθόλου, οι φόροι, επί κυβερνήσεως του κ. Τρικούπη, ήταν πολύ βαρείς: το κρασί ήταν ακριβό, το πετρέλαιο ήταν ακριβό, τα τελωνειακά τέλη ανέβαζαν ασταμάτητα τις τιμές των προϊόντων καθημερινής κατανάλωσης, υπήρχε νομισματική κρίση.»

Πολιτική των κυβερνήσεων και προβλήματα από το 1881 ως το 1895

«Η "εθνική ανόρθωση" που ονειρευόταν ο Χαρίλαος Τρικούπης προϋπέθετε την αναδιοργάνωση του συνόλου των συντεταγμένων που συγκροτούσαν την οργάνωση της πολιτείας. Η υπερτροφία του κρατικού μηχανισμού και οι δυσλειτουργίες του καθιστούσαν κάθε γενικότερη ανανεωτική προσπάθεια ανεδαφική χωρίς τη ριζική επέμβαση στις δομές της εξουσίας. Ούτε η πολεμική ετοιμότητα, ούτε η ανάπτυξη της τεχνοοικονομικής υποδομής, ούτε η επιτάχυνση του κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού μπορούσαν να προαχθούν αποτελεσματικά αν δεν άλλαζε το παραδοσιακό σύστημα της κρατικής οργανώσεως που ως το 1880 είχε καταπνίξει όλες τις μεμονωμένες προσπάθειες εθνικής εγέρσεως. Η αστάθεια των κυβερνήσεων, η διαφθορά του κρατικού μηχανισμού, οι αυθαίρετες παρεμβάσεις του στέμματος και η νόθευση της εκφράσεως του λαϊκού φρονήματος υπέσκαπταν αντικειμενικά όχι μόνο την εκτέλεση αλλά και την εκπόνηση οποιουδήποτε συντονισμένου προγράμματος πολιτικής ή οικονομικής αναγεννήσεως. Προϋπόθεση λοιπόν του μακρόπνοου σχεδιασμού της αναδιπλώσεως των εθνικών πεπρωμένων αποτελούσε η ανασύνταξη των ίδιων των οργάνων που στοιχειοθετούσαν την πολιτική εξουσία, την ανανέωση του ίδιου του κράτους σαν κεντρικού φορέα εθνικής πολιτικής. Το όραμα πολιτικής αναμορφώσεως του Χαρ. Τρικούπη μπορεί να συνοψισθεί στην προσπάθειά του να οικοδομήσει ένα αστικό κράτος. Και πιο συγκεκριμένα, ονειρευόταν έναν κοινοβουλευτισμό ισχυρό, οργανωμένο σαν βάση ενός πάγιου δικομματισμού που θα επέτρεπε την εναλλαγή στην εξουσία δύο διαρθρωμένων κομμάτων. Τα κόμματα αυτά, που θα συγκροτούσαν το κοινοβούλιο, θα αποδέχονταν τις βασικές πολιτειακές και πολιτικές διαδικασίες και τους κανόνες της πολιτικής εναλλαγής, και θα ήταν συμπηγμένα πάνω στη βάση "άρχων", πράγμα που θα οδηγούσε στη σταθερή συγκρότησή τους σαν μόνιμων πολιτικών μονάδων.»