«Την περίοδο 1882-1895 ο Τρικούπης κυριάρχησε στην πολιτική ζωή του τόπου, σχηματίζοντας τέσσερις κυβερνήσεις με συνολικό βίο έντεκα, περίπου, ετών. Η ισχυρή του παρουσία ώθησε τους αντιπάλους του να συσπειρωθούν γύρω από τον Θεόδωρο Δεληγιάννη, επιβάλλοντας εκ των πραγμάτων ένα δικομματικό σύστημα στη θέση του πολιτικού κατακερματισμού και της "βουλευτοκρατίας".
Για τον Τρικούπη, θιασώτη του φιλελεύθερου βρετανικού προτύπου, ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής πολιτικής ζωής περνούσε μέσα από το σεβασμό των κανόνων του κοινοβουλευτισμού, την παγίωση και εναλλαγή στην εξουσία δύο μεγάλων κομμάτων, και τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος με στόχο την απαλλαγή των εκάστοτε κυβερνήσεων από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των τοπικών πελατειακών δικτύων.
Έτσι, με την εκλογική μεταρρύθμιση του 1886 διευρύνθηκαν οι εκλογικές περιφέρειες με βάση το νομό πλέον και όχι την επαρχία, ενώ μειώθηκε ο αριθμός των βουλευτών στο ελάχιστο συνταγματικό όριο των 150. Για την αντιμετώπιση της κομματικής αυθαιρεσίας στη διοίκηση, θεσπίστηκαν για πρώτη φορά αξιοκρατικά κριτήρια στις προσλήψεις και δόθηκαν ορισμένες εγγυήσεις για το μισθό και τη θέση των δημοσίων υπαλλήλων- όχι, όμως, και η μονιμότητα, που ίσχυε μόνο για τους δικαστές και τους στρατιωτικούς.
Η αποκατάσταση κλίματος ασφάλειας, απαραίτητου όρου για την οικονομική ανόρθωση, αποτέλεσε βασικό μέλημα των κυβερνήσεων Τρικούπη, που είχαν να αντιμετωπίσουν ενδημικά φαινόμενα, όπως η ληστεία και η αυθαιρεσία ποικίλων τοπικών "παραγόντων" (από τους κομματάρχες και τους "μπράβους" της υπαίθρου ως τους παλικαράδες "κουτσαβάκηδες" των Αθηνών), αλλά και η διαφθορά της κρατικής μηχανής. Έτσι ψηφίστηκαν αυστηρότεροι ποινικοί νόμοι, έγιναν επιτυχείς τομές στη στελέχωση των διωκτικών αρχών, ενώ ενισχύθηκε νομοθετικά η ασφάλεια του δικαίου και των συναλλαγών.
Όπως συνέβη και με άλλους τομείς της πολιτικής του, η προσπάθεια του Τρικούπη να καταστήσει την Ελλάδα σύγχρονο αστικό κράτος συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση της αντιπολίτευσης, που παρέμενε φανατικά προσκολλημένη στις παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις, επιμένοντας να αντιλαμβάνεται το κράτος- και όχι την ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία- ως μηχανισμό κοινωνικής και οικονομικής αποκατάστασης.»