Κρητική επανάσταση
Λογοτεχνία
▲▲
Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά
(απόσπασμα)
Πριν από μερικούς μήνες, όπως συνέβαινε πάντα όταν πλησίαζε η ώρα να ξεσηκωθεί ο κόσμος, οι Οθωμανοί κατέφυγαν στις πόλεις για τον φόβο των ανταρτών, και οι χριστιανοί βγήκαν από τις πόλεις και κατέφυγαν στα ορεινά χωριά για τον φόβο των σφαγών. Δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ την αμέσως επόμενη κίνηση, πως στην ανάγκη τα γυναικόπαιδα θα κατέφευγαν σε σπηλιές και κατσάβραχα. Είχα πάντως και πληροφορίες ότι σ’ αυτήν την εξέγερση πολλοί ευκατάστατοι αστοί έφυγαν για μακρινά ταξίδια, ώσπου να τελειώσει η αναστάτωση. Εξάλλου, αφορμή για τις ταραχές είχε δώσει η επιβολή καινούργιων φόρων στους αγρότες και η ανάμειξη της τουρκικής διοίκησης στο μοναστηριακό. Οι αντάρτες μαζεύτηκαν και αποφάσισαν να καταργήσουν την οθωμανική κυριαρχία, κηρύσσοντας παράλληλα και την ένωσή τους με την Ελλάδα. Ανέθεσαν την εκτέλεση της απόφασης στην ανδρεία τους, στη συνδρομή των ομοφύλων και ομογενών και πάντων των φιλελλήνων, στην κραταιή μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων και στην παντοδυναμία του Υψίστου.
Άφησα την πρόχειρα τυπωμένη προκήρυξη των ανταρτών πάνω στο γραφείο μου. Μόνο η Ρωσία ευνοούσε την εξέγερσή τους. Ο Κουμουνδούρος, οπαδός της ρωσικής πολιτικής στην Αθήνα, υποστήριζε προφανώς την εξέγερση, πλην η κυβέρνηση του Μπενιζέλου Ρούφου στεκόταν μ’ επιφύλαξη. Υπήρχαν όμως, όπως μάθαινα, οι Εταιρείες. Εδώ και πολλά χρόνια αρκετές λειτουργούσαν μυστικά στη νήσο ή στην Ελλάδα. Εκτός από την Κεντρική Επιτροπή της Αθήνας, ιδρύθηκε στη Σύρο η Ειδική επί των αποστολών Επιτροπή, που συνεργαζόταν στενά με την αθηναϊκή. Ήδη αγόραζαν και ναύλωναν πλοία, για να τα στείλουν στους εξεγερμένους φορτωμένα μπαρούτι, όπλα, τηλεβόλα, μολύβι, δεσμίδες χαρτί, φυσίγγια, δέρματα, αλάτι και γιατρικά. Πολλοί εθελοντές θα κατεβαίναν με τα πλοία για να καταταγούν στα αντάρτικα σώματα. ανάμεσά τους γιατροί, φαρμακοποιοί, λόγιοι και στρατιωτικοί του τακτικού στρατού. Στις ελληνικές πόλεις Πάτρα, Τρίπολη, Ναύπλιο, Σπάρτη και Λαμία είχαν οργανωθεί Επιτροπές υποστήριξης. Η δύναμη πάντως των ανταρτών μπορούσε να υπολογιστεί περίπου στα είκοσι πέντε χιλιάδες άτομα, ενώ του αυτοκρατορικού στρατού στις σαράντα πέντε τακτικού, συν δέκα από στρατολογημένους Τουρκοκρήτες, σύνολο πενήντα πέντε.
Σχεδόν αμέσως κάλεσα όσους αξιωματικούς διασώθηκαν από τη μάχη των Βρυσών για να καταθέσουν. Είδα στα πρόσωπά τους τη φαινομενική ακινησία του ορίζοντα. κατάλαβα πως ο πόλεμος μόλις είχε ξεσπάσει. Μου είπαν με σταθερή φωνή, σαν να το είχαν απομνημονεύσει ή κουβεντιάσει άπειρες φορές και στο τέλος αποφασίσει, ότι, ενώ ο προηγούμενος αρχηγός του αιγυπτιακού στρατού Σαχήν πασάς ακολουθούσε την πολιτική του αντιβασιλέα, και όχι μόνο δεν προκαλούσε επεισόδια αλλά προσπαθούσε να κατευνάσει τα πνεύματα, βρέθηκε σοβαρά μπλεγμένος. Γιατί, όπως ακριβώς το διατύπωσαν, η ισορροπία μιας εξέγερσης που ξεσπά είναι λεπτότερη κι από το τσόφλι του αυγού. Ο Σαχήν πασάς είχε καταλάβει τις Βρύσες για ν’ αποκόψει κάποιες περιοχές, που υποκινούσαν τις πολεμικές ενέργειες των ντόπιων. Έγιναν συγκρούσεις και ο αιγυπτιακός στρατός βρέθηκε κυκλωμένος. Αποφάσισε να μετακινηθεί, εφόσον αναχωρούσε με ασφάλεια. Ζήτησε να κουβεντιάσει με τους αντάρτες και συμφώνησαν να φύγει την ίδια μέρα ο στρατός, χωρίς να σηκώσουν τίποτε. Ό,τι έμενε στο στρατόπεδο, θα ερχόταν την επομένη αποστολή με ζώα να το παραλάβει. Συμφώνησαν και ανταλλάξανε δέκα ομήρους. Μα μόλις έφυγε το κύριο σώμα του στρατού, οι αντάρτες όρμησαν στο άδειο στρατόπεδο κι έσφαξαν τους άρρωστους και τους νοσοκόμους, γιατί κάθε χρόνο τέτοιαν εποχή έπιανε στις Βρύσες πυρετός και πολλοί είχαν πέσει στο κρεβάτι. Οι αντάρτες άρπαξαν τις προμήθειες και το υλικό του αιγυπτιακού στρατού. Πρόφτασαν κάποιους στρατιώτες της οπισθοφυλακής και τους έσφαξαν, μαζί με τους δέκα ομήρους. Είχαν εν τω μεταξύ πληροφορηθεί πως, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, οι δικοί τους όμηροι είχαν ήδη δραπετεύσει.
Πρόσθεσαν ακόμη πως είχε γίνει άλλη μια μεγάλη μάχη, όπου ο αυτοκρατορικός στρατός έπιασε τον αδερφό του καπετάνιου και τον διαμέλισε. Και πως όλες αυτές τις μέρες οι Οθωμανοί έβγαιναν από τα τείχη των πόλεων και ζητούσαν εκδίκηση στα πλησιόχωρα, ή ακόμη και μέσα στις πόλεις, σφάζοντας και λεηλατώντας. ενώ οι αντάρτες έσφαζαν όποιον Οθωμανό συναντούσαν στην ύπαιθρο.
▲▲▲
Παντέρμη Κρήτη. Χρονικό του σηκωμού του ’66
(απόσπασμα)
Η Προσωρινή Κυβέρνηση είχεν ακόμα καρδιά να βαστάει τον πόλεμο. Στις 11 του Δεκέμβρη, έστελνε στους προξένους στα Χανιά μιαν καινούργια προκήρυξη, όπου ξανάκανε τον πρώτον όρκο του Σηκωμού, τη λευτεριά ή τον θάνατο. Κείνη η καθαρή αναλαμπή ήταν —αλίμονο!— η στερνή της. Οι Τούρκοι καταφέρανε να ζυγώσουνε το λημέρι της και να τη ζώσουνε μέσα στο Χαϊνόσπηλιο, πάνω από το χωριό τη Γωνιά, μιαν ντουφεκιά δρόμο από το μέρος όπου είχε υπογραφτεί το ψήφισμα της Ένωσης. Όταν τους νιώσανε γύρω τους, δεν είχαν οι κακόσορτοι τον καιρό μηδέ ν’ αποχαιρετιστούνε. Ένας-δυο δυνηθήκανε να γλυτώσουνε, μερικοί μακελευτήκανε στον τόπο, οι αποδέλοιποι γκρεμιστήκανε τρέχοντας στα βουνά και κομματιαστήκανε. Τα λείψανά τους τα πήρανε τα όρνια στα νύχια τους και τα πήγανε ψηλά στις φωλιές τους, στα γδυμνά κράκουρα όπου η γης δε δίνει χώμα για τάφο αμ’ όπου τα σύννεφα δροσοποτίζουνε την πέτρα. Το ’πε και το τραγούδι:
Ανέβα πάνω στα βουνά να κάτσεις εις τσι στράτες,
να ιδείς πουλιά πετούμενα στσοι δρόμους να περνούσι
τα κόκκαλα τω Χριστιανώ σταντόδια να βαστούσι.
Αυτό ’τανε το τέλος των αντρών. Τα πράματα όπου είχε τυπωθεί η ψυχή του Σηκωμού, σκορπίσανε κι αυτά του ανέμου. Τα χαρτιά,—ψηφίσματα, γραφές, ξορκισμοί,— οι βούλες, τα καλέμια που ’χανε κρατήσει κείνα τα τίμια δάχτυλα, όλα γενήκανε στάχτη και καπνός. Αμή είχε προλάβει να πεταχτεί η μεγάλη φωτιά που κατακαίει το Γένος μας ως σήμερα και πέμπει σα σβιλάδες τις φλόγες της και μας αγκαλιάζει!
Οι Μεγάλοι του Κόσμου είχανε σταλμένους αντιπροσώπους στα Παρίσια να φάνουνε το σάβανο της Κρήτης. Τη συντυχιά την είχε προσκαλέσει ο Μόσκοβος, από φόβο μην μπερδευτεί η Ελλάδα στον πόλεμο, επειδή την ήξερε αδύναμη κι αβοήθητη. Η Τουρκιά είχε σκαμνί και φωνή στο Συνέδριο. Την Ελλάδα δε στρέγανε να τη δεχτούνε παρά με δίχως ψήφο. «Θαμάσου, γης οικουμένη, —έγραψε πιο ύστερα ένας Φραντζέζος πολιτικός με τίμιο φρόνημα— τη δικαιοσύνη της Ευρώπης! Στο Συνέδριο του 1856, άφησε τον Καβούρ ν’ ανιστορήσει τα πάθη που ’χανε σύρει οι ιταλικές πολιτείες με τα κουδουνιστά ονόματα: Βενετιά, Μιλάνο, Φλωρεντία, Ρώμη και Νάπολη. Στα 1869, βάνει την απαλάμη της πάνω στο στόμα της Ελλάδας για να μην ακουστούνε τα παράπονα του νησιού που στάθηκε στον παλιό καιρό το στολίδι της αγαπημένης θάλασσας του Ήλιου». Η Ελλάδα δικάστηκε χωρίς να υποστηρίξει το δίκιο της, χωρίς ν’ ακούσουν οι λαοί το βογγητό της. Η απόφαση που βγάλανε έξι ανθρώποι όριζε ν’ αμποδιστούνε τα ταξίδια των κουρσάρικων, να σταματήσει η στρατολογία, να γυρίσουν οι πρόσφυγες στο νησί. Το Συνέδριο δεν είχε δικάσει τον πόνο του ραγιά που σήκωσε τ’ άρματα, παρά τις κατηγόριες του Σουλτάνου. Δεν έκρινε τον άρπαγο που κρατούσε στους δαρμούς και στα μαγκλάβια την Κρήτη, παρά τη μάνα που βοηθούσε τη θυγατέρα της.
Βιβλιογραφικά
Παντελής Πρεβελάκης, Παντέρμη Κρήτη. Χρονικό του σηκωμού του ’66, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1976, σ. 309-311.
Δείτε επίσης:
Μεταδεδομένα
< Κρήτη > < Μεγάλες Δυνάμεις > < Χρονικό >Ιστορία
Γραπτές πηγές
- Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η εποχή του
- Η πολιτική κατάσταση της χώρας κατά το 1865 και το 1866
- Η Κρήτη 1829-1869, μεταξύ δύο Επαναστάσεων
- Η Κρητική Επανάσταση
- Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας
- Η πορεία του κρητικού ζητήματος στο 19ο αιώνα
- Η Κρητική Επανάσταση
- Η Κρήτη 1829-1869, μεταξύ δύο Επαναστάσεων
- Ναυτιλία, Κράτος και Πολιτική στο 19ο αιώνα
Οπτικό υλικό
- Συνεδρίαση της Επαναστατικής Συνέλευσης των Κρητών
- Η Σφραγίδα της Προσωρινής Κυβέρνησης της Κρήτης κατά την Επανάσταση του 1866-1869
- Μιχαήλ Κόρακας
- Η πολιορκία του Αρκαδίου
- Η έκρηξη της πυριτιδαποθήκης στη Μονή Αρκαδίου
- L’ Olocausto di Arcadi
- Πίνακας δημογραφικών πληροφοριών για την Κρήτη το 19ο αιώνα.