Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- άνυδρος -η -ο [ániδros] Ε5 : 1α.που δεν έχει άφθονες πηγές νερού ή βροχοπτώσεις: ~ τόπος, ξερός. Άνυδρη χρονιά, με λίγες βροχές. β. (βοτ.) που μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πότισμα· ξερικός: Άνυδρα καρπούζια. Άνυδρες ντομάτες. 2. (χημ.) Άνυδρες ενώσεις, που δεν περιέχουν μόρια νερού. Άνυδρη αλκοόλη.
[λόγ.: 1: αρχ. ἄνυδρος (στη σημ. α)· 2: σημδ. γαλλ. anhydre < an- = αν- (δες α- 1) + hydr(o)- = υδρ(ο)- -ος]