Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
3 εγγραφές [1 - 3] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- πραξικόπημα το [praksikópima] Ο49 : αιφνιδιαστική ενέργεια μιας κυβέρνησης ή ένοπλων στρατιωτικών τμημάτων, που ανατρέπει βίαια την υπάρχουσα (νόμιμη) πολιτική κατάσταση μιας χώρας, παραβιάζει το Σύνταγμα, περιορίζει τις λαϊκές ελευθερίες και σφετερίζεται την εξουσία: Στρατιωτικό / πολιτικό ~. Οι στρατιωτικοί ανέτρεψαν με ~ τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας. Tο 1967 έγινε ~ και όχι επανάσταση στην Ελλάδα. || (επέκτ.) αιφνιδιαστική, βίαιη και συνήθ. δόλια και παράνομη ενέργεια: Kατέλαβαν με ~ τη διοίκηση του Εργατικού Kέντρου. Εκλογικό ~.
[λόγ. < ελνστ. πραξικοπη- (πραξικοπῶ) `κυριεύω αναπάντεχα ή με προδοσία΄ -μα]
- πραξικοπηματίας ο [praksikopimatías] Ο3 : αυτός που οργανώνει πραξικόπημα ή που συμμετέχει σε πραξικόπημα: H κυβέρνηση συνέλαβε τους πραξικοπηματίες.
[λόγ. πραξικοπηματ- (πραξικόπημα) -ίας]
- πραξικοπηματικός -ή -ό [praksikopimatikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται σε πραξικόπημα, που γίνεται με τρόπο αιφνιδιαστικό, βίαιο και δόλιο: Πραξικοπηματικές ενέργειες. Έγινε πρόεδρος του σωματείου με πραξικοπηματική εκλογή.
πραξικοπηματικά ΕΠIΡΡ: Εκλέχτηκε / έδρασε / αποφάσισε ~. [λόγ. πραξικοπηματ- (πραξικόπημα) -ικός]