Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: παραγωγικότητα
1 item total
παραγωγικότητα η [paraγojikótita] Ο28 : 1. η ικανότητα ή ιδιότητα κάποιου να παράγει, να αποδίδει: ~ της γης / του κεφαλαίου / της εργασίας. Συγγραφέας με υψηλή ~. 2. (οικον.) η σχέση μεταξύ των μέσων και των όρων παραγωγής (κεφαλαίου, εδάφους, εργασίας) και του παραγόμενου αποτελέσματος (προϊόντος), η ποσοτική και ποιοτική βελτίωση της παραγωγής: Φυσική / τεχνική ~. Aύξηση / μείωση της παραγωγικότητας. Yψηλή / χαμηλή ~. Πρέπει να βελτιωθεί η ~ της ελληνικής οικονομίας.

[λόγ. παραγωγικ(ός) -ότης > -ότητα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go