Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- οπλίτης ο [oplítis] Ο10 : (στρατ.) 1. χαρακτηρισμός του στρατιωτικού που δεν είναι βαθμοφόρος: Aξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες. Θάλαμος οπλιτών. || (επέκτ.) για τους στρατιώτες και τους υπαξιωματικούς σε αντιδιαστολή με τους αξιωματικούς: Στην πρωινή αναφορά της επιλαρχίας ήταν παρόντες: αξιωματικοί 35, οπλίτες 353. 2. στην αρχαία Ελλάδα, στρατιώτης βαριά οπλισμένος· (πρβ. ψιλός6): Aθηναίος / Σπαρτιάτης ~. H φάλαγγα των οπλιτών.
[λόγ. < αρχ. ὁπλίτης `βαριά οπλισμένος πεζός΄]