Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- γύμνωση η [jímnosi] Ο33 : η αφαίρεση του προστατευτικού περιβλήματος ενός καλωδίου.
[λόγ. < αρχ. γύμνω(σις) `γδύσιμο΄ -ση σημδ. αγγλ. stripping]
Ένα εγχείρημα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας για την υποστήριξη της ελληνικής γλώσσας στη διαχρονία της: αρχαία ελληνική, μεσαιωνική ελληνική, νέα ελληνική αλλά και στη συγχρονική της διάσταση.
1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[λόγ. < αρχ. γύμνω(σις) `γδύσιμο΄ -ση σημδ. αγγλ. stripping]
© 2006 - 2008 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας | Δικαίωμα Πνευματικής Ιδιοκτησίας | Όροι Χρήσης |