Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "αμφιλεγόμενος -η -ο"
1 item total
αμφιλεγόμενος -η -ο [amfileγómenos] Ε5 : που επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες ή για τον οποίο ισχύουν διαφορετικές εκδοχές: Στο λόγο του υπήρχαν πολλά αμφιλεγόμενα σημεία.

[λόγ. επίθ. < ελνστ. τά ἀμφιλεγόμενα, ουδ. πληθ. μπε. του αρχ. ἀμφιλέγω `αμφιβάλλω΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go