Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συναγωνίζομαι
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συναγωνίζομαι [sinaγonízome] Ρ2.1β : αγωνίζομαι, προσπαθώ να διακριθώ, να ξεπεράσω κπ. σε μια παράλληλη αλλά όχι κοινή προσπάθεια, να πετύχω ένα καλύτερο αποτέλεσμα· (πρβ. ανταγωνίζομαι): Συναγωνίζονται ποιος θα τρέξει πιο γρήγορα / ποιος θα είναι ο καλύτερος μαθητής / ποιος θα έχει τον καλύτερο κήπο. Kανένας δεν μπορεί να μας συναγωνιστεί στην ποιότητα των προϊόντων μας. Kανένας δεν μπορεί να συναγωνιστεί τα προϊόντα μας / τις τιμές μας που είναι οι καλύτερες. || (ειρ.) για κπ. ή για κτ. που μπορεί να συγκριθεί ως προς τις αρνητικές του ιδιότητες με κπ. ή με κτ. άλλο εξίσου κακό: Ο Γιάννης συναγωνίζεται στην τεμπελιά το Γιώργο. Ξενοδοχεία που συναγωνίζονται σε ανέσεις τα χάνια.

[λόγ. < αρχ. συναγωνίζομαι `αγωνίζομαι σαν σύμμαχος΄ σημδ. γαλλ. combattre & συν. concourir]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go