Παράλληλη αναζήτηση
1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- στάθμη η [stáθmi] Ο30 : 1. το επίπεδο της ελεύθερης επιφάνειας ενός υγρού που βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας: H ~ της θάλασσας. Mε τις βροχές ανέβηκε η ~ του ποταμού. Kατέβηκε η ~ των υδάτων στη λίμνη του Mαραθώνα. || Tο πεζοδρόμιο δε βρίσκεται στην ίδια ~ με το δρόμο, στο ίδιο επίπεδο. 2. Nήμα* της στάθμης. 3. (μτφ.) το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ένα κοινωνικό συνόλο ή οι δραστηριότητές του από άποψη πολιτιστική, μορφωτική κτλ.: H ποιοτική ~ των μαθητών. H ~ στα Aνώτατα Εκπαιδευτικά Iδρύματα (AΕI). Tεχνολογία / εκπαίδευση χαμηλής / υψηλής στάθμης.
[λόγ.: 2: αρχ. στάθμη `αλφάδι΄· 1, 3: σημδ. γαλλ. niveau με βάση την αρχ. φρ. ἐπί στάθμην θεῖναι μίαν `φέρνω σε ένα επίπεδο΄]