Παράλληλη αναζήτηση
4 εγγραφές [1 - 4] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ράβδος η [rávδos] Ο35 : 1.(λόγ.) μακρύ και συνήθ. κυλινδρικό ξύλο (ή σίδερο κτλ.) που το κρατά κανείς στο χέρι του για στήριγμα ή πρόχειρο όπλο ή για οποιαδήποτε άλλη χρήση· (πρβ. ραβδί, μπαστούνι, μαγκού ρα): Aστυνομική ~, κλομπ. || (ως διακριτικό αξιώματος): Ποιμαντορική / ποιμαντική ~ (ανώτατου κληρικού), πατερίτσα2. Στραταρχική ~. ΦΡ όπου δεν πέφτει / πίπτει λόγος πέφτει / πίπτει ~, αυτός που δε συνετίζεται με λόγια πρέπει να τιμωρείται με ξυλοδαρμό. ~ εν γωνία, άρα* βρέχει. η αγία ~, με την οποία δέρνουν κπ. για να τον σωφρονίσουν, και με επέκταση, ο ξυλοδαρμός. 2. ράβδος από κατεργασμένο μέταλλο, με μεγάλο μήκος και διατομή σε ποικίλα σχήματα, ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται: Tριγωνική ~. Ράβδοι χάλυβος / αλουμινίου· (πρβ. προφίλII). || ~ χρυσού, χρυσός σε ορισμένο (επίμηκες) σχήμα και βάρος.
[λόγ. < αρχ. ῥάβδος]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ραβδοσκοπία η [ravδoskopía] Ο25 : παλιά εμπειρική μέθοδος για την ανίχνευση υπόγειου κοιτάσματος νερού ή μεταλλεύματος, με τη βοήθεια ειδικής ράβδου ή εκκρεμούς.
[λόγ. ραβδοσκόπ(ος) -ία]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ραβδοσκοπικός -ή -ό [ravδoskopikós] Ε1 : που έχει σχέση με τη ραβδοσκοπία, που αναφέρεται σ΄ αυτήν.
[λόγ. ραβδοσκοπ(ία) -ικός]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ραβδοσκόπος ο [ravδoskópos] Ο18 : αυτός που, με τη βοήθεια ειδικής ράβδου ή εκκρεμούς, ανιχνεύει υπόγειο κοίτασμα νερού ή μεταλλεύματος.
[λόγ. ράβδ(ος) -ο- + -σκόπος]