Παράλληλη αναζήτηση
1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- προεδρία η [proeδría] Ο25 : 1α. το αξίωμα του προέδρου: Aναλαμβάνω / ασκώ / διεκδικώ / κατέχω την ~. Εκλέγομαι / αναδεικνύομαι στην ~. Kάθε κράτος μέλος αναλαμβάνει την ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έξι μήνες. β. (ειδικότ.) η ~ της δημοκρατίας: β1. το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. β2. η δημόσια υπηρεσία γύρω από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το προσωπικό που απασχολείται σε αυτήν. β3. το κτίριο όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ασκεί τα καθήκοντά του και όπου στεγάζονται οι σχετικές υπηρεσίες. || Yπουργείο προεδρίας (κυβερνήσεως), υπουργείο με κύρια αποστολή το συντονισμό διάφορων δημοσίων υπηρεσιών. 2. η χρονική περίοδος της θητείας του προέδρου: Επί της προεδρίας του συνέβησαν πολύ σημαντικά γεγονότα. Επιτυχημένη / αποτυχημένη ~.
[λόγ. < αρχ. προεδρία `προνόμιο θέσης, τιμή΄ σημδ. γαλλ. présidence]