Παράλληλη αναζήτηση
2 εγγραφές [1 - 2] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ονοματολογία η [onomatolojía] Ο25 : 1. (γλωσσ.) κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με την έρευνα και τη μελέτη των τοπωνυμίων και των ανθρωπωνυμίων. 2. το σύνολο των συστηματικά ταξινομημένων ειδικών όρων μιας επιστήμης, τέχνης, τεχνικής κτλ.· ονοματολόγιο.
[λόγ.: 1: γαλλ. onoma tologie < ελνστ. ὀνοματο- + -logie = -λογία· 2: σημδ. γαλλ. nomenclature]
[Λεξικό Κριαρά]
- ονοματολογία η· 'νοματολογία.
-
- Κατάλογος ονομάτων:
- η 'νοματολογία των αρχόντων όπου εμπήκαν εις τα ξύλα (Μαχ. 1465).
[<γεν. του ουσ. όνομα + ‑λογία. Η λ. και σήμ.]
- Κατάλογος ονομάτων: