Παράλληλη αναζήτηση
222 εγγραφές [1 - 10] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- μες η [més] Ο (άκλ.) : τρόπος βαφής των μαλλιών που συνίσταται στο ότι μία ή περισσότερες τούφες αποχτούν διαφορετικό, συνήθ. πιο ανοιχτό, χρώμα· (πρβ. ανταύγειες).
[λόγ. < γαλλ. mèche `τούφα μαλλιών που ξεχωρίζει από το χρώμα της΄]
- μες, επίρρ.,
- βλ. μέσα (ΙΙ).
- μέσα [mésa] & μες [més] στις περιπτώσεις που (συνήθ. στον προφορικό λόγο) παθαίνει έκθλιψη πριν από σύμφωνο· παθαίνει έκθλιψη επίσης πριν από φωνήεν· επίρρ. τοπ. : I. προσδιορίζει, σε κίνηση ή σε στάση, τον τόπο ή το σημείο που περιέχεται στα όρια κάποιου άλλου χώρου. ANT έξω· ειδικότερα με αναφορά: α. στο εσωτερικό ενός χώρου: Είναι κανείς ~; Nα περιμένω ~ ή έξω; Παρακαλώ, περάστε ~. Πώς χώθηκες εκεί ~; Tι υπάρχει εδώ ~; H κοιλιά ~, η πλάτη ίσια, προς τα μέσα. || με επανάληψη για έμφαση: Kρύψ΄ το ~ ~ για να μην το βρει κανείς. (συγκριτικός βαθμός): Πήγαινε λίγο πιο ~. || επιφωνηματικά, συχνά χωρίς το ρήμα: ~ όλοι! β. σε κλειστό χώρο: Όταν βρέχει, κάνουμε γυμναστική ~, όχι έξω στην αυλή, στο ύπαιθρο. Φέρε το καναρίνι ~. Mου αρέσει τα βράδια να μένω ~, να μη βγαίνω έξω για διασκέδαση, να μένω σπίτι. γ. εσωτερικά: Έβαψαν το σπίτι ~ έξω. δ. με πρόθεση: Δε φοράει τίποτε από ~, από κάτω, εσωτερικά, κατάσαρκα. || (προφ.) ~!, στη θέση καταφατικής μονολεκτικής απάντησης: Είσαι για σινεμά; -~!, ναι, και βέβαια είμαι. ~ και, μαζί με: Θα στοιχίσει είκοσι χιλιάδες ~ και τα έξοδα μεταφοράς, μαζί με, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων. (έκφρ.) απ΄ έξω / απέξω κούκλα* κι από ~ πανούκλα. ΦΡ μπαίνω* ~. βάζω κπ. ~, τον φυλακίζω. είναι κάποιος στα ~ και στα έξω*. είμαι ~, πετυχαίνω: Aν το έγραψες αυτό, είσαι ~. II. σε θέση πρόθεσης· δηλώνει: 1. τόπο: α. για κίνηση από το εσωτερικό ενός χώρου προς τα έξω: Tο έβγαλε ~ από το συρτάρι / το γραφείο / το μπαούλο. || (Kάποιος) ~ από το σπίτι, από αυτούς που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι, του σπιτιού. ~ στο σπίτι / στο γραφείο / στο χωριό. Προσαρμογή στο περιβάλλον ~ στο οποίο ζούμε. Έζησε ~ στη δυστυχία. Διαμέρισμα ~ ή κοντά στο κέντρο της πόλης. || ~ στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού. ~ στα όρια των δυνατοτήτων / του χρόνου κτλ., όσο ορίζουν οι δυνατότητες, ο χρόνος κτλ. || Kάπου ~ στο βιβλίο
(έκφρ.) (είμαι) ~ σε όλα, είμαι ενημερωμένος, έχω πολλές και ποικίλες δραστηριότητες. ~ μου, σου κτλ., μέσα στο μυαλό, στην ψυχή, στο σώμα κτλ., ανάλογα με τα συμφραζόμενα: Kάτι ~ του του έλεγε πως θα πετύχει. Mιλώ από ~ μου, χωρίς να μπορεί να με ακούσει κανείς. Σκέφτομαι από ~ μου, χωρίς να το διατυπώσω. Φυλάω κτ. (βαθιά) ~ μου / κρατάω κτ. ~ μου, το κρύβω, δεν το εξωτερικεύω. Tο ΄χει ~ του / στο ~ του να γκρινιάζει, να κλαίει κτλ., του είναι έμφυτο. ΦΡ έχει το διά(β)ολο* ~ του. μες στα όλα*. τον έχω ~ στην καρδιά μου, τον αγαπώ πολύ. β. ανάμεσα: Ένα σπιτάκι ~ στα πεύκα / στο πράσινο. (για πρόσ.) Δεν αντέχει ~ στον κόσμο. Είναι ~ στους καλύτερους, μεταξύ. γ. ανάμεσα, διά μέσου: Tους χαιρέτησε ~ από τα κάγκελα. Πετάχτηκε ~ από τα κλαδιά. Πέρασέ το ~ από την τρύπα. Δε θα περάσουμε ~ από την πόλη. 2. χρόνο, διάρκεια: Πρέπει να συναντηθούμε ~ στο απόγευμα, όσο είναι απόγευμα. Πέθανε ~ σ΄ ένα βράδυ. ~ σε δύο ώρες θα έχω τελειώσει, πριν περάσουν οι δύο ώρες. Nα μας απαντήσετε ~ σε δύο μέρες, εντός δύο ημερών. Εμφανίστηκαν ~ στη δεκαετία του ΄60. || χρονικό σημείο: ~ στο μεσημέρι, καταμεσήμερα. ~ στο χειμώνα / στο καλοκαίρι, στην καρδιά του χειμώνα κτλ. ~ στη βροχή, ενώ βρέχει. 3. χρόνο και τρόπο: ~ από πολλούς αγώνες και προσπάθειες βρέθηκε λύση, ύστερα από πολλούς αγώνες, με πολλούς αγώνες. III. σε ονοματική χρήση: 1. (ως ουσ.) το μέσα, αυτό που υπάρχει μέσα σε κτ.: Aφαιρούμε το ~ με προσοχή. Γύρισε το ~ έξω, για την εσωτερική όψη υφάσματος, ρούχου κτλ. Tα ~ μου, σου κτλ., τα σπλάχνα, τα σωθικά μου. Mου πονάν τα ~ μου. 2. (ως επίθ.) ο εσωτερικός: Ο ~ μας κόσμος, ο ψυχικός. H ~ μεριά / σελίδα. Ο ~ δεξιά / αριστερά παίκτης.
[μσν. μέσα ουδ. πληθ. του επιθ. μέσος· αποβ. του [a] από συμπροφ. πριν από αρχικό [a] : μέσα από > μέσ΄ από]
- μέσα (I) το· μεσά.
-
- Τραπέζι:
- τας σπέτσας … τάς είχα εις το μεσά μου, … εις το φαγίν (Πουλολ. 610).
[<λατ. mensa. Η λ. στο θηλ. στο Du Cange (πβ. και μέση 6)]
- Τραπέζι:
- μέσα (II), επίρρ.· μες· μεσά· μέσαν.
-
— Βλ. και απομέσα.
- Ά Τοπ.
- 1)
- α) Εντός, στο εσωτερικό:
- μέσα εις το άλογον κάθουνται τριακόσιοι (Βυζ. Ιλιάδ. 999)·
- μες στο χέρι (Ερωτόκρ. Ά 226)·
- μέσα του κάστρου (Λίβ. Esc. 2340)·
- (ιδιάζ. χρ.):
- κερά μου, … μέσα στο φεγγάρι μπορείς να δεις τα κάλλη σου (Πανώρ. Γ́ 577)·
- β) (προκ. για γραπτό κείμενο):
- λαβούσα την γραφήν και γνους το τ’ είχε μέσα (Απολλών. 303)·
- γ) (μεταφ. προκ. για δήλ. έντονου συναισθήματος):
- άγριος μέσα στη χαρά (Ερωφ. Έ 155).
- α) Εντός, στο εσωτερικό:
- 2) (Μεταφ.) στα σωθικά, στα βάθη της ψυχής:
- συχνοτρομώ και όλος μέσα τρέμω (Περί γέρ. (Δαν.) 134).
- 3) Απομέσα, στη μέσα μεριά:
- μέσα εστέκετον στην πόρτα (Φαλιέρ., Ιστ. 331).
- 4) Στη μέση (προσώπων), στο κέντρο:
- γύρον τα αρχοντόπουλα και μέσα ο βασιλέας (Χρον. Μορ. Η 4205)·
- τον εδώκε μέσα εις το στήθος (Πόλ. Τρωάδ. 964).
- 5) (Με τα ρ. σχίζω, χωρίζω, κ.τ.ό.) στη μέση, σε δυο κομμάτια:
- έσχισεν τον λίθον μέσα (Πτωχολ. α 415 Ν κριτ. υπ.· Διγ. Esc. 964).
- 6) Επάνω:
- (Απολλών. 138)·
- φυλακτάρι … έχει μέσα στη σάρκαν του (Κατά ζουράρη 146).
- 7) Ανάμεσα, μεταξύ (διαφόρων τόπων, κ.ά.):
- μέσα τα νησία και την στερεάν ουδέν έχει πέραμα (Πορτολ. Α 604)·
- μέσα εις τες άλλες του αρετές ήτονε και εύσπλαχνος (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396).
- 8) (Μεταφ. προκ. για σχέση μεταξύ προσώπων):
- εσύντυχαν μέσα τους οι γυναίκες (Θησ. (Foll.) I 37)·
- βάλλουν λόγια μέσα μας (Ερωτοπ. 636).
- 9) Μέσα (σε σύνολο προσώπων):
- μέσα στο … λαό πολλή βαβούρα εγίνη (Ερωτόκρ. Β́ 841).
- 10) (Προκ. για κίνηση)
- α) προς τα μέσα, προς το εσωτερικό (τόπου):
- άνοιξεν έναν σεντούκιν και έδωκεν μέσα (Μαχ. 42817)·
- να εμπεί και μέσα στον Μορέα (Χρον. σουλτ. 3126)·
- β) εναντίον:
- οι Βλάχοι σαν λεοντάρια στους Τούρκους μέσα δώσαν κλίνοντες τα κοντάρια (Παλαμήδ., Βοηβ. 162).
- α) προς τα μέσα, προς το εσωτερικό (τόπου):
- 11) (Με τις προθ. από, εκ· πβ. και από (Ι) 5α εκφρ. (7) μέσα από) [η παραπομπή ήταν εκφρ. (ζ)]
- α) απομέσα (προς τα έξω):
- (Ιμπ. 652)·
- μέσα απέ τα ομμάτια της οι Έρωτες δοξεύουν (Αχιλλ. (Smith) N 871)·
- β) από:
- τες αράχνες βγάνει μέσα εκ την πόρταν (Φαλιέρ., Ιστ. 193).
- α) απομέσα (προς τα έξω):
- 1)
- Β́ Χρον.
- 1) (Με γεν.) στο μέσο:
- μέσα του μεσημεριού (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [751]).
- 2)
- α) Κατά τη διάρκεια, κατά την ώρα:
- σκοτώθηκεν στη μάχη μέσα (Τζάνε, Κρ. πόλ. 50926)·
- β) (για δήλ. προθεσμίας) σε διάστημα, πριν από την πάροδο (ορισμένου χρον. διαστήματος):
- να πλεύσουσιν μέσα εις δύο μήνας (Διήγ. Βελ. N2 269).
- α) Κατά τη διάρκεια, κατά την ώρα:
- 1) (Με γεν.) στο μέσο:
- Εκφρ.
- 1) Μέσα εις (ή ’ς ή σε) τούτο(ν) = στο μεταξύ:
- (Μαχ. 30424), (Τζάνε, Κρ. πόλ. 41112), (Φαλιέρ., Ιστ. 191).
- 2) Μέσα μου (σου, κλπ.) =
- (α) στο νου μου, στην καρδιά μου, ενδόμυχα:
- (Ερωτόκρ. Β́ 776)·
- (β) ιδιαιτέρως, «καθ’ εαυτόν», κρυφά:
- (Πανώρ. Έ 193), (Πεντ. Γέν. XVIII 12).
- 3) Μέσα (ο)πού =
- (α) τη στιγμή που, μόλις:
- (Ζήν. Β́ 429)·
- (β) την ώρα που, ενώ, καθώς:
- (Ερωτόκρ. Δ́ 1437)·
- (γ) αν και, μολονότι:
- (Στάθ. Β́ 57).
- 4) Μέσα στο πρόσωπόν μου = κατάμουτρα, μπροστά στα μάτια μου:
- (Συναξ. γαδ. 60).
- Φρ.
- 1) Έχω λόγο μέσα μου, βλ. λόγος Φρ. 17.
- 2) Λέγω μέσα μου, βλ. λέγω Φρ. 8.
- 3) Μιλώ μέσα μου, βλ. ομιλώ Φρ. 5.
- Με το άρθρο συν. στον πληθ. ουδ. ως ουσ. =
- α) το εσωτερικό, το ενδότερο μέρος:
- εμπήκα και εις τα μέσα (Βεν. 35 κριτ. υπ.)·
- (προκ. για τον πυρήνα καρπού):
- των αμυγδάλων έφαγε τα μέσα (Αιτωλ., Μύθ. 467)·
- β) τα σωθικά:
- εκοντάρεψαν … τη γεναίκα προς τα μέσα της (Πεντ. Αρ. XXV 8)·
- γ) τα μύχια, οι ενδόμυχες σκέψεις και συναισθήματα:
- τα μέσα της καρδιάς (Θυσ. 74).
- Με το άρθρο ως επίθ. = που βρίσκεται μέσα, εσωτερικός:
- τα μέσα ενδύματα (Διήγ. παιδ. 306·)>
- από την μέσαν πάντα (Διήγ. πανωφ. 57).
[<επίθ. μέσος· πβ. μέσον (ΙΙ). Η λ. στο Meursius και σήμ.]
- Ά Τοπ.
- μεσάζοντας ο [mesázondas] Ο5 : αυτός που με τις ενέργειές του διευκολύνει τις σχέσεις, ιδίως εμπορικές, μεταξύ δύο ατόμων ή ομάδων· μεσάζων· (πρβ. μεσίτης): Nα φύγουν οι μεσάζοντες από το κύκλωμα διακίνησης των αγροτικών προϊόντων. || Δεν της ταιριάζει ο ρόλος του μεσάζοντα.
[λόγ. < αρχ. μεε. μεσάζων, αιτ. -οντα (δες στο μεσάζων)]
- μεσάζος ο.
-
- 1) Ανώτατος αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής:
- ορίζει (ενν. ο βασιλεύς) τους μεσάζους του (Φλώρ. 609 κριτ. υπ.)·
- έκφρ. μέγας μεσάζος = ανώτατος άρχοντας, διοικητής:
- Μέγαν μεσάζον έκαμε … κι όριζε τον Μορέαν (Κορων., Μπούας 6).
- 2) Μεσολαβητής:
- Θησεύς τον έποισε μεσάζον στα κρυφά του (Θησ. Δ́ [595]).
[<ουσ. μεσάζων (βλ. ‑ω) με μεταπλ.]
- 1) Ανώτατος αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής:
- μεσάζω.
-
- I. Ενεργ.
- Ά (Μτβ.) διανύω ως τη μέση μιαν απόσταση:
- μεσάσαντες το πέλαγος (Συναξ. γαδ. 96).
- Β́ Αμτβ.
- 1) (Χρον.)
- α) βρίσκομαι στο μέσο:
- ην … μεσάζων έφηβος (Δούκ. 657)·
- β) (προκ. για πράξη) φτάνω στο μέσο:
- μεσάσαντος του πότου (Βίος Αλ. 3470).
- α) βρίσκομαι στο μέσο:
- 2)
- α) Μεσολαβώ, μεσιτεύω:
- Θεού μεσάζοντος αι ψυχαί αυτών συνάπτονται (Ελλην. νόμ. 56811)·
- β) ?παρεμβαίνω:
- εμέσαζεν κατά του δεσπότου κυρ Θωμά (Ψευδο-Σφρ. 53023‑4 (έκδ. ‑ζον)).
- α) Μεσολαβώ, μεσιτεύω:
- 1) (Χρον.)
- Ά (Μτβ.) διανύω ως τη μέση μιαν απόσταση:
- II. (Μέσ.) φθάνω στο μέσο (προκ. για χρον. διάστημα):
- του Ιανουαρίου μηνός ήδη μεσαζομένου (Δούκ. 28119).
- Η μτχ. ενεστ. ως ουσ. = ανώτατος αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής:
- Έστειλε γαρ ο βασιλεύς τον κυρ Λουκάν Νοταράν τον αυτού μεσάζοντα (Δούκ. 24535·)> (Πτωχολ. α 248)·
- (προκ. για το μεγάλο βεζίρη του Οθωμανικού Κράτους):
- τῳ Παγιαζίτ βεζίρῃ, ήγουν μεσάζοντι του Μαχουμέτ (Δούκ. 14126)·
- έκφρ. μέγας μεσάζων = ο ανώτατος αυλικός της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας:
- (Έκθ. χρον. 2616).
[αρχ. μεσάζω. Η μτχ. ενεστ. ως ουσ. και σήμ.]
- I. Ενεργ.
- μεσάζων ο [mesázon] Ο (βλ. Ε12) : αυτός που με τις ενέργειές του διευκολύνει τις σχέσεις, ιδίως εμπορικές, μεταξύ δύο ατόμων ή ομάδων· μεσάζοντας· (πρβ. μεσίτης): Nόμος για την καταπολέμηση των μεσαζόντων. || Έπαιξε το ρόλο μεσάζοντος για να τους συμφιλιώσει.
[λόγ. < αρχ. μεε. μεσάζων του ρ. μεσάζω `βρίσκομαι στη μέση΄ σημδ. γαλλ. intermédiaire]
- μεσαίος, επίθ.· μέσιος· υπερθ. μεσαίτατος.
-
- 1) Που βρίσκεται στη μέση, μεσιανός:
- (Διγ. Esc. 1111).
- 2)
- α) Που έχει μέτριο μέγεθος:
- μηχανικάς αγκάλας … μεγάλας … και μεσαίας (Καναν. 130)·
- β) (προκ. για άνθρωπο) που έχει μέτριο ανάστημα:
- (Παρασπ., Βάρν. C 408).
- α) Που έχει μέτριο μέγεθος:
- 3) (Προκ. για ζητήματα) λιγότερο σπουδαίος:
- (Ξόμπλιν φ. 137r).
- Το ουδ. υπερθ. ως ουσ. = (χρον.) το μέσον ακριβώς:
- το μεσαίτατον … της ημέρας (Παϊσ., Ιστ. Σινά 2072).
[αρχ. επίθ. μεσαίος. Ο υπερθ. μεσαίτατος ήδη αρχ. Ο τ. στο Somav. και σήμ. κυπρ. Η λ. και σήμ.]
- 1) Που βρίσκεται στη μέση, μεσιανός: