Combined Search
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- κολεξιόν η [koleksxón] Ο (άκλ.) : το σύνολο του έργου ενός δημιουργού μόδας, όπως παρουσιάζεται κατά σεζόν: Aνοιξιάτικη / καλοκαιρινή ~.
[λόγ. < γαλλ. collection]