Παράλληλη αναζήτηση
1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- επέδραμα [epéδrama] Ρ απαρέμφ. επιδράμει : (λόγ.) έκανα επιδρομή.
[λόγ. < αρχ. ἐπέδραμον αόρ. του ἐπιτρέχω με αλλ. της κατάλ. για προσαρμ. στη δημοτ.]