Παράλληλη αναζήτηση
3 εγγραφές [1 - 3] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- αποτολμώ [apotolmó] & -άω Ρ10.1α -ώμαι Ρ11 : 1.επιχειρώ κτ. αψηφώντας τους κινδύνους ή τις δυσκολίες: Στον εικοστό αιώνα ο άνθρωπος αποτόλμησε την κατάκτηση του διαστήματος. H ιατρική σήμερα εφαρμόζει μεθόδους που δεν είχαν αποτολμηθεί παλαιότερα. Θα αποτολμήσεις να αναλάβεις μια τόσο μεγάλη ευθύνη; 2. συμπεριφέρομαι με θρασύτητα ή με προπέτεια, δείχνω έλλειψη σεβασμού και ευπρέπειας· τολμώ2: Πώς αποτόλμησες να αμφισβητήσεις την εντιμότητά μου; Ποτέ δε θα αποτολμούσα να συγκρίνω τον εαυτό μου με μια τέτοια προσωπικότητα.
[λόγ. < αρχ. ἀποτολμῶ]
[Λεξικό Κριαρά]
- αποτολμώ· αποτορμώ· αποτρομώ.
-
- Mε τόλμη επιχειρώ κ.:
- (Διγ. Άνδρ. 37017), (Πικατ. 99).
[αρχ. αποτολμάω. O τ. ‑τορμώ και σήμ. ιδιωμ. H λ. και σήμ.]
- Mε τόλμη επιχειρώ κ.:
[Λεξικό Γεωργακά]
- αποτολμώ [apotolmó] αποτολμά, αποτολμάει, ipf αποτολμούσα, aor αποτόλμησα (& απετόλμησα; subj αποτολμήσω), pf & plupf έχω-είχα αποτολμήσει, pass 3sg L αποτολμάται, 3pl αποτολμώνται, aor αποτολμήθηκε (subj αποτολμηθεί)
- ① be bold enough, be emboldened, take courage, dare (syn αποδυνάζομαι, αποκοτώ, κοτώ, τολμώ):
- λίγοι αποτολμούν να καβαλήσουν τίγρεις |
- οι χωροφύλακες που θ' αποτολμούσαν να επέμβουν έπρεπε να είναι πολλοί |
- αποτολμούσαν να επιτίθενται εναντίον μιας λαοπρόβλητης κυβερνήσεως |
- το μουγγρί ποτές δεν αποτολμά να δαγκώσει τον ψαρά (Bastias) |
- δεν αποτολμάει να ξεστομίσει λέξη (Petsalis) |
- απετόλμησε ν' αναλάβει το βάρος μιας τέτοιας επιχείρησης (Psathas) |
- ξεγελασμένος, είχε αποτολμήσει να βγει με πολύ ελαφρό παλτό (Chatzinis) |
- folks. σώπα, σώπα, Γιαννάκη μ', δεν ~ | γιατ' είμαι γριά γυναίκα και κολάζομαι
- ② make a bold attempt upon, venture upon, undertake daringly, risk (syn τολμώ, near-syn ριψοκινδυνεύω):
- ~ απεργία, διαμαρτυρία, ληστεία, πείραμα, πραξικόπημα |
- διάφορες αναλύσεις της σεξουαλικής πράξεως αποτολμώνται στο χώρο του ποινικού δικαίου |
- ο καθένας περιμένει από το γείτονα ν' αποτολμήσει το πρώτο βήμα (Roufos) |
- ποιος αποτολμούσε τότε αυτή την περιπέτεια στο άγνωστο; (Venezis) |
- δεν αποτολμήθηκε καμιά γκρίνια ούτε επίκριση από κανένα (Psathas) |
- απετόλμησα χειρισμό θεμάτων, για τα οποία δεν με είχαν προετοιμάσει οι σπουδές μου (Stasinop)
- ⓐ put forth boldly, hazard, venture (syn τολμώ):
- ~ |
- ~ ένα γενικό χαρακτηρισμό |
- η συσχέτιση που αποτολμούν στηρίζεται σε τυχαίες συμπτώσεις (Charis) |
- δεν αποτόλμησε το γελοίο συμπέρασμα ότι το ένα (ορθογώνιο) είναι ωραιότερο από τ' άλλο (Moustoxydis)
[fr postmed, MG αποτολμώ ← K (also pap), AG ἀποτολμῶ (-άω)]
- ① be bold enough, be emboldened, take courage, dare (syn αποδυνάζομαι, αποκοτώ, κοτώ, τολμώ):