Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αλμπίνο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Γεωργακά]
αλμπίνο [albíno] ο, (& αλμπίνος)
  • a person w. pale, milky skin, light hair & pink eyes, resulting fr congenital absence of pigmentation, albino

[fr Eng ← Portug albino, der of Lat albus 'white']

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αλμπίνος ο [albínos] Ο18 θηλ. αλμπίνα [albína] Ο25 : αυτός που πάσχει από αλμπινισμό.

[λόγ. < γαλλ. albinos < ισπαν. albinos < πληθ. του albino (negros albinos για νέγρους με ασπριδερό χρώμα), με μετακ. τόνου κατά το σχ. του λατ. τον.· λόγ. αλμπίν(ος) -α]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες