Παράλληλη αναζήτηση
2 εγγραφές [1 - 2] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- αλλοπρόσαλλος -η -ο [aloprósalos] Ε5 : για κπ. που αντιδρά με περίεργο και απρόβλεπτο τρόπο, έτσι ώστε να μην μπορεί κανείς να συνεννοηθεί μαζί του: Είναι τελείως ~ άνθρωπος. || για εκδηλώσεις που χαρακτηρίζουν αλλοπρόσαλλο άνθρωπο: H συμπεριφορά του ήταν αλλοπρόσαλλη. Mου έλεγε κάτι αλλοπρόσαλλα πράγματα, τρελά. || ~ καιρός, πολύ άστατος.
αλλοπρόσαλλα ΕΠIΡΡ: Συμπεριφέρεται ~. [λόγ. < αρχ. ἀλλοπρόσαλλος]
[Λεξικό Γεωργακά]
- αλλοπρόσαλλος, -η, -ο [aloprósalos]
- ① fickle, inconstant (syn ασταθής, άστατος, ευμετάβολος, παλίμβουλος):
- μια αλλοπρόσαλλη σύναξη |
- τούτο το αλλοπρόσαλλο κοπάδι |
- αλλοπρόσαλλη φαινόταν η ζωή |
- η ευαίσθητη μα και αλλοπρόσαλλη καρδιά του |
- αλλοπρόσαλλη πολιτική |
- στοιχεία αλλοπρόσαλλα |
- οι αλλοπρόσαλλες πράξεις μας |
- να μη βιαστείς να βγεις έξω με τον άθλιο αυτόν αλλοπρόσαλλο καιρό (Palam) |
- η πιο αλλοπρόσαλλη πίστη σε αόρατες ... δυνάμες (Kazantz) |
- ήμουν ανυπόμονος να δω το αλλοπρόσαλλο δημιούργημά μου μεταφρασμένο στη γλώσσα της σκηνής (Melas) |
- η στάση των βρεταννικών αρχών απέναντι στη ρευστή τότε και αβέβαιη πολιτική μας κατάσταση ήταν αλλοπρόσαλλη και ύποπτη (Papanoutsos) |
- οι αλλοπρόσαλλες βουλές των κυβερνώντων (Christidis) |
- άλλες εφημερίδες ικανοποιούν τα πλέον αλλοπρόσαλλα γούστα των λαϊκών μαζών (Tsourakis) |
- poem είσαι σαν αλλοπρόσαλλη ιαχή των περασμένων (NPappas)
- ② inconsistent (syn ασυνεπής, ανερμάτιστος):
- αλλοπρόσαλλα πράγματα |
- αλλοπρόσαλλη φορολογία |
- αλλοπρόσαλλο περιεχόμενο |
- αλλοπρόσαλλες κρίσεις |
- κουβέντα τρελή, ασυνάρτητη, αλλοπρόσαλλη |
- αλλοπρόσαλλη κυβερνητική πολιτεία |
- αλλοπρόσαλλο πνεύμα αντιλογίας |
- αλλοπρόσαλλη και απίθανη ιστορία |
- η αλλοπρόσαλλη νοοτροπία του |
- εκδηλώνουν τη ριζοτομική τους δίψα με αλλοπρόσαλλα και χυδαία συχνά ξεσπάσματα (Panagiotop) |
- η αλλοπρόσαλλη διαγωγή τους βρήκε έτσι κάποια ενότητα (id.) |
- συμπεριφέρονται κατά τρόπο αλλοπρόσαλλο και παράλογο (id.) |
- η αλλοπρόσαλλη πνευματική μας ζωή (Chatzinis) |
- το πιο νόθο και αλλοπρόσαλλο ιδίωμα (της γλώσσας των αναγνωστικών) (APapageorgiou) |
- η θεληματικά αλλοπρόσαλλη γλώσσα του Kαβάφη (Kazantz)
[fr AG ἀλλοπρόσαλλος]
- ① fickle, inconstant (syn ασταθής, άστατος, ευμετάβολος, παλίμβουλος):