Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αβανιάζω
1 item total
[Λεξικό Γεωργακά]
αβανιάζω [avanjázo]
  • ① calumniate (syn διαβάλλω, συκοφαντώ)
  • ② betray (syn καταδίδω, προδίδω):
    • αβανίζω calumniate (Prevelakis).
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go