Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ψηφιακός
1 item total
ψηφιακός -ή -ό [psifiakós] Ε1 : α.(για όργανο μέτρησης, συσκευή κτλ.) που εμφανίζει τις σχετικές με τη λειτουργία του ενδείξεις με ψηφία (αριθμούς ή γράμματα): Ψηφιακό ρολόι / χρονόμετρο. Ψηφιακές ενδείξεις. β. (ηλεκτρον.) που επεξεργάζεται τις πληροφορίες που του διοχετεύονται χρησιμοποιώντας αριθμητικά ψηφία ή ειδικά σήματα: Ψηφιακό τηλέφωνο.

[λόγ. ψηφί(ο) -ακός μτφρδ. αγγλ. digital]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go