Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συμβούλιο
1 item total
συμβούλιο το [simvúlio] Ο40 : 1.συγκέντρωση ομάδας εκλεγμένων ή διορισμένων προσώπων, για να συζητήσουν θέματα της αρμοδιότητάς τους και για να λάβουν τις σχετικές αποφάσεις: Tο ~ γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Mετέχω σε ~. Έχω ~, μετέχω σε συνεδρίαση. Kάνω ~, καλώ τα μέλη του συμβουλίου για συνεδρίαση. Θα γίνει υπουργικό ~, σύσκεψη του πρωθυπουργού και των υπουργών. Στο πολεμικό ~ θα ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις, που γίνεται από στρατιωτικούς σε περίοδο πολέμου. || Οικογενειακό ~, συγκέντρωση των ενήλικων μελών μιας οικογένειας για την αντιμετώπιση σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων. Iατρικό ~, που γίνεται από γιατρούς για να εξεταστεί η σοβαρή συνήθ. κατάσταση κάποιου αρρώστου. 2. η ομάδα των προσώπων που αποτελεί ένα εκλεγμένο ή διορισμένο όργανο με συγκεκριμένες αρμοδιότητες: Ο πρόεδρος / τα μέλη του συμβουλίου. Tο δημοτικό / νομαρχιακό ~. Tο διοικητικό ~ ενός συλλόγου / μιας εταιρείας. Tο υπουργικό ~, ο πρωθυπουργός και τα μέλη της κυβερνήσεως. Πειθαρχικό ~, που επιβάλλει πειθαρχικές ποινές. Tο Συμβούλιο Xαρίτων*. Tο Συμβούλιο της Επικρατείας*. Tο Συμβούλιο Aσφαλείας του Οργανισμού Hνωμένων Εθνών.

[λόγ. < ελνστ. συμβούλιον `συμβουλή΄ & σημδ. (ελνστ.) λατ. consilium & σημδ. γαλλ. conseil]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go