Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- συγκινώ [singinó] -ούμαι Ρ10.9 μππ. συγκινημένος* : προξενώ ψυχική, συναισθηματική ένταση, ταραχή: Mε συγκίνησε το δώρο / η πράξη / το ενδιαφέρον / η προσφορά του. Tα λόγια του με έχουν συγκινήσει. Tο έργο κατάφερε να συγκινήσει το κοινό. Συγκινήθηκα κι έκλαψα. || κινώ, προκαλώ το ενδιαφέρον: H πρότασή του δε με συγκίνησε.
[λόγ. < αρχ. συγκινῶ `κινώ μαζί, εξάπτω΄ & σημδ. γαλλ. émouvoir]