Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πρόθυμος
1 item total
πρόθυμος -η -ο [próθimos] Ε5 : που έχει, που επιδεικνύει καλή διάθεση, ζήλο, ετοιμότητα για μια δραστηριότητα. ANT απρόθυμος: Είμαι / φαίνομαι ~. Είναι πάντα ~ να κάνει ό,τι του ζητήσεις / να σε εξυπηρετήσει. Tη βρήκα πρόθυμη να με βοηθήσει. (απαρχ. έκφρ.) το μεν πνεύμα* πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. πρόθυμα & (λόγ.) προθύμως ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. πρόθυμος, προθύμως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go