Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προϊστάμενος
2 items total [1 - 2]
προϊστάμενος ο [proistámenos] Ο20α θηλ. προϊσταμένη [proistaméni] Ο30 γεν. πληθ. προϊσταμένων : αυτός που διευθύνει, που είναι επικεφαλής. ANT υφιστάμενος: Ο ~ της υπηρεσίας / της επιχείρησης / του γραφείου. Zήτησε να δει την προϊσταμένη.

[λόγ. ουσιαστικοπ. αρσ. του επιθ. προϊστάμενος· λόγ. προϊστάμεν(ος) -η]

προϊστάμενος -η -ο [proistámenos] Ε5 : που είναι ανώτερος ιεραρχικά: Tο έγγραφο διαβιβάστηκε στις προϊστάμενες υπηρεσίες. Προϊστάμενη αρχή. Προϊστάμενο κλιμάκιο. || (ως ουσ.) ο προϊστάμενος*.

[λόγ. μπε. του αρχ. προΐστημι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go