Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πατάω
1 εγγραφή
πατώ [pató] & -άω, -ιέμαι Ρ10.1 : 1α. βάζω τα πέλματα των ποδιών μου πάνω σε κτ. και στηρίζομαι ή περπατώ: Mην πατάς στις λάσπες. Πρόσεχε πού πατάς. Mην πατάς ξυπόλυτος. Πατάω στις μύτες* των ποδιών μου. (έκφρ.) πατάει γερά στη γη*. όσο πατάει η γάτα / το πόδι της μύγας, πάρα πολύ λίγο, ελάχιστα (συχνά για χώρο, έκταση). β. έρχομαι, πηγαίνω ή εμφανίζομαι κάπου (συνήθ. σε αρνητικές προτάσεις): Δεν πατάει στην εκκλησία. Ούτε που τόλμησε να πατήσει από δω. Aπ΄ το πρωί δεν πάτησε πελάτης στο μαγαζί. (έκφρ.) ~ το πόδι μου κάπου, πηγαίνω, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι κάπου: Έχει τρεις μήνες να πατήσει το πόδι του στη δουλειά. 2α. πατώ κτ., βάζω τα πέλματά μου πάνω σε κτ. και το πιέζω με το βάρος μου: Συγγνώμη, μήπως σας πάτησα; Πρόσεχε μην πατήσεις κανένα καρφί. ΦΡ ~ πόδι, απαιτώ με επιμονή, με αποφασιστικότητα ή επιβάλλω τη θέλησή μου. πάτησα (σ)την πίτα*. πατάω την πεπονόφλουδα*. την πάτησα, εξαπατήθηκα, ζημιώθηκα κτλ. από αφέλεια, επιπολαιότητα, απροσεξία κτλ.· ΣYN έκφρ. την έπαθα. πατείς με ~ σε, για συνωστισμό πλήθους: Γίνεται πατείς με ~ σε. ~ κπ. στον κάλο*. γίνομαι χαλί* να με πατήσεις. β. πιέζω κτ. με τα πέλματα των ποδιών (και το λιώνω): ~ τα σταφύλια, για να βγάλω μούστο. γ. πιέζω, ασκώ δύναμη πάνω σε κτ. με το πόδι μου: ~ φρένο, φρενάρω. ~ το συμπλέκτη / το γκάζι του αυτοκινήτου. δ. ακουμπώ με τα πόδια μου τον πυθμένα (κυρ. της θάλασσας), πατώνω. ε. πιέζω (με τη δύναμη των χεριών): ~ ένα κουμπί / το κουδούνι. ~ τα πλήκτρα της γραφομηχανής. || ~ το μολύβι. στ. παραβαίνω: ~ τον όρκο / το λόγο μου. 3. (για πργ.) στηρίζομαι, εφαρμόζω στο δάπεδο, στο έδαφος: Tο τραπέζι δεν πατάει καλά. 4. (για όχημα) παρασύρω και συνθλίβω κπ. ή κτ. κάτω από τους τροχούς: Tην πάτησε αυτοκίνητο. 5. (λαϊκότρ., λογοτ.) κάνω επιδρομή, εισβάλλω σε έναν τόπο και τον λεηλατώ ή τον κυριεύω: Nύχτα πάτησαν το κάστρο. 6. (για πρόσ.) μπαίνω σε κάποιο έτος ηλικίας: Πάτησε τα δέκα, συμπλήρωσε το ένατο έτος της ηλικίας· μπήκε στα δέκα. 7. (προφ.) σιδερώνω: Πάτησέ μου λίγο το παντελόνι. 8. (οικ.) για να δηλώσουμε την έναρξη μιας ενέργειας και τον έντονο τρόπο με τον οποίο γίνεται: ~ σε κπ. κατσάδα / βρισίδι, τον κατσαδιάζω, τον βρίζω πολύ. ~ τα / κάτι κλάματα, αρχίζω ξαφνικά να κλαίω. ~ τις / κάτι φωνές, αρχίζω ξαφνικά να φωνάζω. ~ τις / κάτι τσιρίδες, αρχίζω ξαφνικά να τσιρίζω. ~ τα / κάτι γέλια, αρχίζω ξαφνικά να γελώ.

[αρχ. πατῶ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες