Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ντουλάπι
1 item total
ντουλάπι το [dulápi] Ο44 : έπιπλο σε σχήμα τετραγώνου ή ορθογώνιου παραλληλογράμμου, συνήθ. εντοιχισμένο ή μόνιμα προσαρμοσμένο στον τοίχο, όπου τοποθετούν σκεύη ή άλλα αντικείμενα: H κουζίνα μου έχει πολλά ντουλάπια. Ένα μεταλλικό ~ με τους φακέλους του γραφείου. ΦΡ βάζω κτ. στο ~, δε χρησιμοποιώ κτ. γιατί το θεωρώ άχρηστο, ξεπερασμένο. ντουλαπάκι το YΠΟKΟΡ.

[τουρκ. dolap ( [o > u] από επίδρ. του [l] )]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go