Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μυωπία
1 item total
μυωπία η [miopía] Ο25 : 1. ανωμαλία της όρασης κατά την οποία το είδωλο κάθε μακρινού αντικειμένου σχηματίζεται όχι πάνω στον αμφιβληστροειδή χιτώνα αλλά μπροστά από αυτόν: Γυαλιά μυωπίας. Aίτια / συμπτώματα / θεραπεία της μυωπίας. 2. (μτφ.) ιδίως στην έκφραση πνευματική ~, για αδυναμία πρόβλεψης ή κατανόησης.

[λόγ. < ελνστ. μυωπία (διαφ. το αρχ. μυωπία `ποντικότρυπα΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go