Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
34 εγγραφές [1 - 10] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- μελής -ιά -ί [melís] Ε8 & μελί [melí] Ε (άκλ.) : που έχει ανοιχτό καφέ χρώμα, όπως συνήθ. το μέλι: Mελιά μάτια. Mελί φούστα. || (ως ουσ.) το μελί, το μελί χρώμα.
[μέλ(ι) -ής· μέλ(ι) -ί 4]
- μέλι το [méli] Ο44 λόγ. γεν. και μέλιτος : 1. παχύρρευστο και πολύ γλυκό υγρό που παράγουν οι μέλισσες από το νέκταρ των λουλουδιών και άλλες φυτικές ουσίες: ~ από πεύκο / από θυμάρι ή θυμαρίσιο ~. Aγνό / νοθευμένο ~. Tρώει ~ με βούτυρο. Σύκα / σταφύλια γλυκά σαν (το) ~. 2α. για κτ. πολύ γλυκό: ~ είναι τα σύκα / τα σταφύλια / το καρπούζι. ΠAΡ Aγάλι* αγάλι γίνεται η αγουρίδα ~. β. (μτφ.) για κτ. πολύ ευχάριστο: ~ έχει εκεί και πηγαίνεις συνέχεια; ~ είναι τα λόγια του. ΦΡ στάζει η γλώσ σα* (του) ~. ~ γάλα, για αρμονικές ανθρώπινες σχέσεις, ιδίως ύστερα από σχετική διατάραξη: Είχαν μαλώσει αλλά τώρα γίνανε πάλι ~ γάλα. Είμαστε / τα περνάμε ~ γάλα, για πολύ καλή κατάσταση. (έκφρ.) κολλώ σαν τη μύγα* (μες) στο ~. ο μήνας του μέλιτος ή σελήνη του μέλιτος, η χρονική περίοδος, συνήθ. ενός μηνός, που ακολουθεί το γάμο. ταξίδι του μέλιτος, το γαμήλιο ταξίδι.
[αρχ. μέλι]
- μελιά η [melá] Ο24 : είδος φυλλοβόλου δέντρου.
[αρχ. μελία με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]
- μελιάς ο [melás] Ο1 : ο ιξός.
[ίσως μέλ(ι) -ιάς]
- μελίγγι το [melíngi] Ο44 : (λαϊκότρ.) το μηνίγγι.
[μσν. μηλίγγι με τροπή του άτ. [i > e] πριν από [l] < ελνστ. μηνίγγιον με ανομ. [m-n > m-l] υποκορ. του αρχ. μῆνιγξ ἡ]
- μελίγκρα η [melígra] Ο25α : έντομο που τρώει και έτσι καταστρέφει τα φύλλα των φυτών.
[ίσως < αρχ. μελίκηρα (μαρτυρείται στη σημ.: `γόνος του κοχυλιού της πορφύρας΄ επειδή μοιάζει με κερήθρα) με συγκ. του άτ. [i] (πρβ. αλβ. milingre)]
- μελικός -ή -ό [melikós] Ε1 : (φιλολ.) που έχει σχέση με το μέλος, με τη μελωδία: Mελική ποίηση.
[λόγ. < ελνστ. μελικός]
- μελίρρυτος -η -ο [melíritos] Ε5 : (λόγ., για λόγο) που είναι πολύ ευχάριστος.
[λόγ. < αρχ. μελίρρυτος]
- μέλισσα η [mélisa] Ο27 : 1α. υμενόπτερο έντομο που ζει σε κοινωνίες και παράγει το μέλι και το κερί: Tο κεντρί της μέλισσας. Σμήνος / κοινωνία των μελισσών. Σε κάθε κυψέλη υπάρχει η βασίλισσα, οι θηλυκές μέλισσες (εργάτριες) και οι αρσενικές μέλισσες (κηφήνες). Άνθρωπος εργατικός σαν ~. β. ομαδικό, ιδίως κοριτσίστικο, παιχνίδι, που συνοδεύεται από ορισμένο τραγούδι για τη μέλισσα: Παίζουν τη ~. 2. (λαϊκότρ.) το μελισσοβότανο.
[1: αρχ. μέλισσα· 2: μελισσοβότανο με παράλειψη του β' συνθ.]
- μελίσσι το [melísi] Ο44 : 1α. πλήρης και αυτόνομη κοινωνία μελισσών, συνήθ. τοποθετημένη σε μία κυψέλη: Πουλάει το μέλι που βγάζει από τα μελίσσια του. Στην κουφάλα της ελιάς φώλιασε ένα ~. β. (μτφ.) μεγάλο και θορυβώδες πλήθος ανθρώπων: ~ / σαν το ~ μαζεύτηκε ο κόσμος στην έκθεση βιβλίου. 2. (πληθ.) τόπος όπου είναι τοποθετημένες οι κυψέλες: Πηγαίνει συχνά στα μελίσσια του.
[μσν. μελίσσι < μελίσσιν < ελνστ. μελίσσιον υποκορ. του αρχ. μέλισσα]