Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: λαγοκοιμάμαι
1 item total
λαγοκοιμάμαι [laγokimáme] Ρ12 : κοιμάμαι ελαφρά, μισοκοιμάμαι: Λαγοκοιμήθηκα πάνω στην καρέκλα.

[λαγ(ός) -ο- + κοιμάμαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go