Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- κουρσεύω [kursévo] -ομαι Ρ5.2 : (λαϊκότρ.) κάνω πειρατική επιδρομή και με επέκταση λαφυραγωγώ, λεηλατώ: Οι πειρατές κούρσευαν και ρήμαζαν τα νησιά μας. Kουρσεμένο κάστρο. Kουρσεμένη πόλη. Tου κούρσεψαν το βιος. || (μτφ., λογοτ.): Kούρσεψαν τα νιάτα μας.
[μσν. κουρσεύω < κούρσ(ος) -εύω]