Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: διοίκηση
1 item total
διοίκηση η [δiíkisi] Ο33 : 1. η ενέργεια του διοικώ, η λειτουργία με την οποία εξασφαλίζεται η εφαρμογή του προγράμματος δράσης, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς, σε μια δημόσια επιχείρηση, σε ένα δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό ή στο στρατό και σε στρατιωτικά οργανωμένα σώματα: Δημόσια ~, ένας από τους κλάδους της εκτελεστικής εξουσίας. ~ επιχειρήσεων. Στρατιωτική ~. Aναλαμβάνω / αναθέτω τη ~. H διοίκησή του ήταν καλή / κακή. || Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, για διοικητικά στελέχη. Σπουδάζει ~ επιχειρήσεων, για να γίνει μάνατζερ. 2α. το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση: Άλλαξαν οι διοικήσεις στις τράπεζες, οι διοικητές. H επιχείρηση θα πετύχει τους σκοπούς της με την καινούρια ~ / με μια χρηστή ~. β. το κτίριο ή τα γραφεία όπου στεγάζεται ο διοικητής και οι διοικητικοί υπάλληλοι.

[λόγ. < αρχ. διοίκη(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go