Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: διετής
1 item total
διετής -ής -ές [δietís] Ε10 : 1α. που διαρκεί ή που ισχύει δύο χρόνια: ~ φοίτηση / θητεία / προθεσμία. Διετές συμβόλαιο. β. για μαθητή που απορρίφτηκε και που φοιτά για δεύτερη χρονιά στην ίδια τάξη. || (ως ουσ.) ο διετής. 2. (λόγ.) α. (για πρόσ.) που έχει ηλικία δύο ετών· δίχρονος. β. για φυτό που ζει δύο χρόνια.

[λόγ. < αρχ. διετής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go