Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- διετής -ής -ές [δietís] Ε10 : 1α. που διαρκεί ή που ισχύει δύο χρόνια: ~ φοίτηση / θητεία / προθεσμία. Διετές συμβόλαιο. β. για μαθητή που απορρίφτηκε και που φοιτά για δεύτερη χρονιά στην ίδια τάξη. || (ως ουσ.) ο διετής. 2. (λόγ.) α. (για πρόσ.) που έχει ηλικία δύο ετών· δίχρονος. β. για φυτό που ζει δύο χρόνια.
[λόγ. < αρχ. διετής]