Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- βελτίωση η [veltíosi] Ο33 : η μεταβολή προς το καλύτερο, καλυτέρευση: Aναμένεται σταδιακή ~ του καιρού. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών σημείωσαν μια σχετική ~. Tο κείμενο χρειάζεται ορισμένες βελτιώσεις, διορθώσεις.
[λόγ. < ελνστ. βελτίω(σις) -ση]