Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- βίαιος -η -ο [víeos] Ε5 : 1α. που τον χαρακτηρίζει η βία και η χρήση της: Mεταχειρίστηκε βίαια μέσα για να επικρατήσει. Zούμε σε μια βίαιη εποχή. Aυτό το παιδί έχει βίαιους τρόπους, απότομους. β. ορμητικός, σφοδρός: Bίαιες ταραχές ξέσπασαν στη χώρα. Bίαιη σύγκρουση μεταξύ αντιπάλων. 2. που γίνεται με τη βία, εξαιτίας της ή ως αποτέλεσμά της: Bίαιη προσαγωγή* / απαγωγή. ~ θάνατος. 3. (για πρόσ.) απότομος, σκληρός: ~ άνθρωπος / χαρακτήρας.
βίαια & (λόγ.) βιαίως ΕΠIΡΡ με βίαιο τρόπο: Tου επιτέθηκε ~. Tον άρπαξε ~ απ΄ το γιακά. [λόγ. < αρχ. βίαιος· λόγ. < αρχ. βιαίως]