Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- ασάφεια η [asáfia] Ο27 : α.η ιδιότητα του ασαφούς, η έλλειψη σαφήνειας: H ~ του νόμου δημιούργησε προβλήματα ερμηνείας. Tα κείμενά του χαρακτηρίζονται από ~. β. σημείο ασαφές: Στο κείμενο υπάρχουν πολλές ασάφειες.
[λόγ. < αρχ. ἀσάφεια]