Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- αρνούμαι [arnúme] Ρ10.9β & αρνιέμαι [ar
éme] Ρ10.11β : 1α.δεν αποδέχομαι κτ. που μου προσφέρεται, που μου προτείνεται. ANT δέχομαι: Aρνήθηκα όλες τις προτάσεις / τις προσφορές. Aρνήθηκα τα δώρα / τα χρήματα. β. δε δέχομαι να δώσω, να προσφέρω κτ. που μου ζητείται. ANT δίνω, παραχωρώ: ~ (να δώσω) τη βοήθεια / την υποστήριξη / την ψήφο μου. Δεν της αρνιέται τίποτε. 2. δε συγκατατίθεμαι στο να κάνω κτ., αντιτίθεμαι. ANT συμφωνώ: ~ να συμμετάσχω / να παραχωρήσω / να συμφωνήσω / να επικυρώσω. Aρνείται να πάρει όπλο για λόγους συνείδησης. 3. δε δέχομαι, δεν παραδέχομαι κτ. ως ορθό, αληθινό, πραγματικό: Aρνήθηκα τους ισχυρισμούς / τις δικαιολογίες του. Aρνείται ότι έκλεψε / ότι φοβήθηκε / ότι είπε ψέματα. 4. λέω όχι. ANT συμφωνώ: Tη ζήτησε σε γάμο αλλά αυτή αρνήθηκε. ~ επίμονα / πεισματικά / αποφασιστικά / κατηγορηματικά. 5α. διακόπτω τις σχέσεις μου, εγκαταλείπω, αποκηρύσσω: ~ την πατρίδα / τη θρησκεία / τους φίλους / τις ιδέες μου. β. απορρίπτω: ~ τους ηθικούς συμβιβασμούς. [λόγ. < αρχ. ἀρνοῦμαι· μσν. αρνιέμαι < αρχ. ἀρν(οῦμαι) μεταπλ. -ιέμαι]