Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αρμονικότητα
1 item total
αρμονικότητα η [armonikótita] Ο28 : η ιδιότητα του αρμονικού: Ο χορευτής είχε αξιοθαύμαστη ~ στις κινήσεις του. || η σχέση αρμονίας: Tο κτίριο διακρινόταν για την ~ και τη συμμετρία της κατασκευής του.

[λόγ. αρμονικ(ός) -ότης > -ότητα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go