Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: απορία
2 items total [1 - 2]
απορία 1 η [aporía] Ο25 : 1α.αβεβαιότητα, αμφιβολία που προέρχεται κυρίως από ελλιπή γνώση, κατανόηση αντίληψη (και που εκφράζεται άμεσα ή έμμεσα με ερώτηση): Mετά το διάβασμα του βιβλίου μού γεννήθηκαν πολλές απορίες και ερωτηματικά. Mπορείς να μου λύσεις τις απορίες μου; Tα μάτια των παιδιών είναι γεμάτα ~. β. έκπληξη: Mε μεγάλη ~ μου έμαθα / πληροφορήθηκα / διαπίστωσα / είδα / άκουσα / διάβασα ότι… 2. (λόγ.) αμηχανία: ~ περί του πρακτέου. ΦΡ ~ ψάλτου*, βηξ.

[λόγ. < αρχ. ἀπορία `δύσκολη κατάσταση, λογικό πρόβλημα΄ & σημδ. αγγλ. puzzlement]

απορία 2 η : κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πόρων, χρημάτων· ανέχεια, φτώχεια. ANT ευπορία: Πιστοποιητικό / χαρτί απορίας.

[λόγ. < αρχ. ἀπορία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go