Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- απολειφάδι το [apolifáδi] Ο44 : 1.(λογοτ.) μικρό υπόλειμμα από κτ. που χρησιμοποιήθηκε, που καταναλώθηκε· απομεινάρι: ~ σαπουνιού / φαγητού. Έριξε τα απολειφάδια του φαγητού στις γάτες. 2. (μτφ., μειωτ.) α. για άνθρωπο ιδιαίτερα μικρόσωμο, αδύνατο, καχεκτικό: ~ ανθρώπου / γυναίκας. β. για οτιδήποτε ασήμαντο ή ανάξιο λόγου: Mην ασχολείσαι με απολειφάδια.
[απ(ο)- αλείφ(ω) -άδι με επανεισαγωγή ολόκληρου του προθήματος απο- (πρβ. ελνστ. ή μσν. ἀλείφιον `υλικό για επάλειψη΄)]