Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αναψυχώνω
1 item total
αναψυχώνω [anapsixóno] -ομαι Ρ1 : δίνω κουράγιο ή θάρρος σε κάποιον που το έχασε· εμψυχώνω, ενθαρρύνω: H ελπίδα μάς αναψύχωνε στις δύσκολες στιγμές. Aναψυχωμένοι από τ΄ αναπάντεχο καλό λησμονήσαμε την πρώτη αποτυχία.

[μσν. αναψυχώνω < αναψυχ(ώ) -ώνω < ανα- ψυ χ(ή) -ώ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go