Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- ανέντιμος -η -ο [anéndimos] Ε5 : που χαρακτηρίζεται από έλλειψη εντιμότητας. ANT έντιμος: Aνέντιμη συμπεριφορά / μέθοδος. Aνέντιμα μέσα. Kαι οι πιο ανέντιμοι πολιτικοί θα καταδίκαζαν μια τέτοια προδοσία.
[λόγ. αν- (δες α- 1) έντιμος]