Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- άσπαρτος -η -ο [áspartos] Ε5 : για κτ. που δεν το έχουν σπείρει, που δεν είναι σπαρμένο. α. για χωράφι όπου δεν έχουν ρίξει σπόρο. β. για σπόρο που δεν τον έριξαν στο χωράφι: Άφησε το σιτάρι άσπαρτο.
[αρχ. ἄσπαρτος]