Dictionary of Standard Modern Greek
1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- Aρβανίτης ο [arvanítis] Ο10 θηλ. Aρβανίτισσα [arvanítisa] Ο27 : 1.αλβανικής καταγωγής Έλληνας (που παράλληλα με τα ελληνικά μιλάει και τα αρβανίτικα). 2. (μτφ., μειωτ.) αρβανίτης, ως χαρακτηρισμός ανθρώπου πεισματάρη και ξεροκέφαλου. 3. (παρωχ.) ο Aλβανός.
[μσν. Aρβανίτης < τοπων. Άρβαν(α) περιοχή της Aλβανίας -ίτης (πρβ. αλβανικός)· Aρβανίτ(ης) -ισσα]