Ελληνο-αγγλικό Λεξικό (Γεωργακά)

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αχρωμία
1 εγγραφή
αχρωμία [axromía] η, (L) (& D αχρωμιά)
  • ① lack of color or of variety of colors, colorlessness:
    • για τον κλασικιστή, τέχνη ήταν ο αυστηρός ρυθμός κι η ~ των συνθέσεων του Eγκρ (Papantoniou)
  • ⓐ med lack of normal skin pigmentation, achromia
  • ② fig lack of feeling or excitement, plainness, neutrality:
    • μεταχειρίζεται .. τη μεταφορά, για να πει εκείνο που η έννοια στην αφηρημένη της ψύχρα κι αχρωμιά δεν μπορεί να το εκφράσει (Theodoridis)

[fr kath αχρωμία ← eccl αχρωμία ← MG (CGL), der of άχρωμος; cf ευχρωμία, δι-, λιθο-, μονο-, πολυ-, τρι-, τετραχρωμία etc]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες