Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: κάβουρος
1 item total
κάβουρος ο.
  • Kάβουρας:
    • κάβουρον ποταμίσιον (Ιατροσόφ. 8815
    • καβούρου τάξιν κέκτησαι (Διήγ. παιδ. 939).

[πιθ. <ουσ. πάγουρος (βλ. ά.). H λ. το 12. αι., στο Meursius και σήμ. ιδιωμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go